ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΓΙΑΤΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΙΠΕ «ΟΧΙ» ΣΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τέλος στη συζήτηση περί υποχρεωτικού εμβολιασμού των εκπαιδευτικών έβαλε κατά τη χθεσινή ομιλία του στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για το νέο σχολείο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με την εξής φράση:

«Μας απασχόλησε το ενδεχόμενο του υποχρεωτικού εμβολιασμού εκπαιδευτικών, αλλά αποφάσισα πως αυτή δεν θα ήταν στην παρούσα συγκυρία η ενδεδειγμένη λύση». 

Εν συνεχεία ο πρωθυπουργός, επιχειρηματολογώντας υπέρ της απόφασης αυτής, ανέφερε πως ένα ποσοστό «άνω του 70% έχει εμβολιαστεί», ζητώντας τη συνδρομή και των υπόλοιπων κομμάτων για να αυξηθεί περαιτέρω. «Θα πρέπει να στείλουμε όλα τα κόμματα ένα σήμα ότι αυτό (σ.σ. ο μη εμβολιασμός) εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία των εκπαιδευτικών», ανέφερε και κάλεσε όλες τις πολιτικές δυνάμεις να συμμετάσχουν στην προσπάθεια να πεισθούν οι ανεμβολίαστοι εκπαιδευτικοί να σπεύσουν να κάνουν το εμβόλιο.  

Τρεις λόγοι 

Πίσω από την απόφαση να μην καταστεί υποχρεωτικός ο εμβολιασμός των εκπαιδευτικών υπήρχαν συγκεκριμένοι λόγοι.

Ο πρώτος έχει να κάνει με την ομαλή επιστροφή στα θρανία. Ενας εκπαιδευτικός διδάσκει σε διαφορετικές τάξεις και τμήματα κατά μόνας. Οι καθηγητές αναπτύσσουν προσωπική σχέση με τα παιδιά, τα οποία έχουν ταλαιπωρηθεί πολύ τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες για την ψυχική υγεία, και η αντικατάσταση ενός καθηγητή με έναν άλλο και η επιστροφή του μετά το πέρας της πανδημίας στην οργανική του θέση είναι αναπόφευκτο πως θα προκαλέσει μεγάλα και πολλαπλής φύσεως προβλήματα. Με απλά λόγια, η αντικατάσταση ενός νοσοκόμου για ένα διάστημα είναι κάτι πολύ πιο εύκολο από τον δάσκαλο ή τον καθηγητή.  

Ο δεύτερος λόγος που λήφθηκε η απόφαση έχει να κάνει με το ποσοστό. Οι γιατροί και εν γένει οι υγειονομικοί έχουν εμβολιαστεί σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από τους εκπαιδευτικούς. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως θα χρειαζόταν ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα αναπλήρωσης, το οποίο εκ των πραγμάτων θα ήταν δύσκολο. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτή τη στιγμή έχουμε 46.500 ανεμβολίαστους εκπαιδευτικούς από 155.000 στο σύνολο, ένας αριθμός πραγματικά μεγάλος, που η αναπλήρωσή του δεν είναι απλή υπόθεση. Πάντως, η απόφαση της κυβέρνησης να υποβάλλονται σε δύο εργαστηριακά τεστ την εβδομάδα όσοι εκπαιδευτικοί δεν έχουν εμβολιαστεί αποτελεί ένα «εμπόδιο» που ίσως οδηγήσει πολλούς εξ αυτών στα εμβολιαστικά κέντρα.  

Τρίτος λόγος είναι ότι η κυβέρνηση, σε ένα χρονικό σημείο που ούτως ή άλλως υπάρχουν εντάσεις με τον κλάδο των εκπαιδευτικών λόγω αξιολόγησης, δεν ήθελε να προσθέσει ένα ακόμα πρόβλημα στην πλάτη της. Ο χώρος εξάλλου της εκπαίδευσης, παραδοσιακά, είναι πολύ ευαίσθητος και παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαία η πρωθυπουργική φράση πως ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν είναι ενδεδειγμένη λύση «στην παρούσα συγκυρία», καθώς ο κ. Μητσοτάκης ζύγισε και το timing, το οποίο δεν είναι ιδανικό για μια τέτοια απόφαση.  

Κατά τη δευτερολογία του ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στη θέσπιση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής, υπερασπίστηκε την εφαρμογή της και σημείωσε ότι δεν ήταν μια δημοφιλής απόφαση. «Θα έχουμε πολιτικό κόστος από αυτή την επιλογή. Το αναλαμβάνω με θάρρος, γιατί ξέρω ότι κάνουμε το σωστό για την επόμενη γενιά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Απευθυνόμενος δε στον κ. Τσίπρα, είπε: «Ολη αυτή η προσπάθεια την οποία κάνετε συνειδητά, να πείτε πόσο μακριά είμαστε εμείς από τους νέους και πόσο εσείς ταυτίζεστε με τη νεολαία, επαναλαμβάνω, προτιμώ να είμαι χρήσιμος και να κάνω παρεμβάσεις των οποίων τα αποτελέσματα δεν θα τα δούμε τώρα, θα τα δούμε σε βάθος χρόνου». Τέλος, για τα κολέγια, για τα οποία η κυβέρνηση έχει δεχτεί σφοδρή κριτική, σημείωσε, απευθυνόμενος και πάλι στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ: «Εσείς που μιλάτε τόσο απαξιωτικά για τα κολέγια, για ρωτήστε και τον κ. Φίλη που είναι δίπλα σας, γιατί όταν κάνατε προσκλήσεις εκπαιδευτικών δεχόσασταν και τους αποφοίτους κολεγίων;».

 

 

 

 

Πηγή: Kathimerini.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *