Γράφει ο Μιχάλης Ψύλος*
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να μαίνεται για σχεδόν δύο μήνες, πολύς λόγος γίνεται τώρα για τους Παγκόσμιους Πολέμους του περασμένου αιώνα. Πολιτικοί ηγέτες και ιστορικοί θυμούνται το λουτρό αίματος του 20ου αιώνα για να εξηγήσουν τη μεγάλη προσοχή με την οποία αντιμετωπίζουν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν μιλά για τον κίνδυνο ενός «τρίτου Παγκοσμίου πολέμου». Απόστρατοι Γερμανοί αξιωματικοί όπως ο ταξίαρχος Έριχ Βαντ, πρώην σύμβουλος της Άνγκελα Μέρκελ, αναφέρουν επίσης τον ίδιο κίνδυνο, αλλά σε περίπτωση που δοθούν βαρέα όπλα στους Ουκρανούς.
Για τον Ομερ Μπάρτοφ, καθηγητή της Ιστορίας στην Οφφόρδη, «ο Βλαντίμιρ Πούτιν λέει, και πολλοί άνθρωποι στη Ρωσία συμφωνούν, ότι η Ουκρανία είναι μέρος της Ρωσίας. Δεν θέλει να επανενώσει τη Σοβιετική Ένωση, αλλά την παλιά τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία: Την Μεγάλη Ρωσία, την Λευκορωσία και την Μικρή Ρωσία (Ουκρανία). Ο Πούτιν παρουσιάζει αυτόν τον πόλεμο ως όψιμη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον συνδέει με τον ένδοξο και γεμάτο θυσίες αγώνα της Σοβιετικής Ένωσης ενάντια στους εθνικοσοσιαλιστές. Το ότι η προπαγάνδα του Πούτιν δεν πέφτει στο κενό, οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ουκρανικές μονάδες και κυρίως αστυνομικές δυνάμεις συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς Ναζί για να εξοντώσουν τους Εβραίους. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με αυτό που έχουμε στην Ουκρανία τώρα. Αυτή είναι μια δημοκρατική χώρα με έναν πρόεδρο που έχει εβραϊκές ρίζες. Είναι δημοκρατικά εκλεγμένος. Όλα τα άλλα είναι προπαγάνδα του Πούτιν», τονίζει ο καθηγητής Μπάρτοφ.
Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι το βασικό πρόβλημα για τον Πούτιν είναι ότι η Ουκρανία κυβερνάται πλέον από ένα αντιρωσικό καθεστώς υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. «Αυτή η κατάσταση πραγμάτων είναι αφόρητη για τον Πούτιν», εξηγεί ο Μπάρτοφ. «Αφενός λόγω της ιστορικής σημασίας της Ουκρανίας για τη ρωσική αυτοκρατορία και επίσης επειδή τη βλέπει ως ρυθμιστή μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ. Τόσο η προσάρτηση της Κριμαίας, όσο και ο σημερινός επιθετικός πόλεμος εναντίον ολόκληρης της Ουκρανίας είναι αντανάκλαση αυτής της αντίληψης του Ρώσου προέδρου.
Για τον Αλεξάντερ Μπράκελ, επισκέπτη καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Γουέσλιαν,στο Κονέκτικατ, είναι κρίσιμη η κατανόηση των ιστορικών γεγονότων, για να εξηγηθεί η στάση του Πούτιν. «Στα μάτια του, η ιστορία γράφεται από ισχυρούς ηγέτες. Οι δομές παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Ο πληθυσμός δεν εμφανίζεται καθόλου ως ανεξάρτητος παράγοντας. Η ιδέα ότι οι μαζικές διαδηλώσεις στο Κίεβο το 2014 μπορεί να ήταν στην πραγματικότητα μια έκφραση εκτεταμένης δυσαρέσκειας, είναι πολύ μακριά από τη σκέψη του Πούτιν».
Μονοδιάστατη κατανόηση της ιστορίας
Αυτή η μονοδιάστατη κατανόηση της ιστορίας από τον Ρώσο πρόεδρο, φάνηκε πρόσφατα στην άποψή που διατύπωσε για τη ρωσική ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το τέλος της ΕΣΣΔ. Στην ομιλία του στις 22 Φεβρουαρίου, ο Πούτιν κατηγόρησε τον Λένιν και την ηγεσία των Μπολσεβίκων ότι υπέγραψαν την Ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ απλώς για να διατηρήσουν την εξουσία τους, παρόλο που η ήττα της Γερμανίας ήταν ήδη σίγουρη.
Έτσι –για τον Πούτιν- ο ρωσικός στρατός θα έπρεπε τότε, απλώς να συνεχίσει να μάχεται εναντίον των Γερμανών ,μόνο και μόνο για να είναι στο πλευρό των νικητών λίγους μήνες αργότερα, αντί να δεχτεί τεράστιες εδαφικές απώλειες ως αποτέλεσμα της συνθηκολόγησης. Διότι, αναμφίβολα, οι συνθήκες ειρήνης του Μπρεστ- Λιτόφσκ ήταν σκληρές: η Ρωσία έχασε περισσότερο από το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών της εδαφών και πάνω από το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της. Η άποψη του Πούτιν ότι οι Μπολσεβίκοι υπέγραψαν απρόσεκτα και πρόωρα αυτή τη συνθήκη, δείχνει εσφαλμένη θεώρηση της καταστροφικής κατάστασης στην οποία είχε βρεθεί προς το τέλος του Α` Παγκοσμίου πολέμου, ο ρωσικός στρατός. Ο ρωσικός στρατός είχε σε μεγάλο βαθμό πάψει να υπάρχει. Από ανάγκη οι Μπολσεβίκοι υπέγραψαν τη συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ- Λιτόφσκ στις 3 Μαρτίου 1918. Την ίδια χρονιά, αλλά οκτώ μήνες αργότερα, η Γερμανία συνθηκολόγησε. Σύμφωνα με τη λογική του Πούτιν, η μπολσεβίκικη Ρωσία θα έπρεπε να είχε κρατήσει μέχρι τότε, για να αποφύγει την υπογραφή της υπαγορευμένης ειρήνης.
Ομοίως επιφανειακή, είναι η άποψη του Πούτιν για το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, την οποία ερμηνεύει απλώς ως αποτέλεσμα αδυναμίας και αποτυχίας της κομμουνιστικής ηγεσίας. Όπως η τσαρική αυτοκρατορία, έτσι και η Σοβιετική Ένωση χάθηκε όμως σε μεγάλο βαθμό επειδή είχε μείνει πίσω από τα αντίπαλα κράτη στον εκσυγχρονισμό της, ενώ την ίδια ώρα η διαφθορά είχε στερήσει από την νομενκλατούρα κάθε λαϊκό έρεισμα. Και μετά την κατάρρευση του Τείχους και του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν πλέον σε θέση ή πρόθυμη να χρησιμοποιήσει βία για να κρατήσει ενωμένο το αχανές και πολυεθνικό κράτος, που διαλύθηκε γιατί δεν μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη του λαού της. Αλλωστε, το γεγονός ότι οι λαοί έχουν δικαίωμα να παίρνουν τη μοίρα στα χέρια τους, δεν ταιριάζει στην κοσμοθεωρία και την άποψη του Πούτιν για την ιστορία.
*Ο Μιχάλης Ψύλος είναι δηµοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα και σπούδασε Γεωλογία στο Πανεπιστήµιο Πατρών. Ξεκίνησε την επαγγελµατική του σταδιοδροµία στη δηµοσιογραφία το 1982 στον Ριζοσπάστη και στη συνέχεια εργάστηκε στις εφηµερίδες Πρώτη, Νέα, Βραδυνή, Ισοτιµία, Ποντίκι, Πριν, στην Εφηµερίδα των Συντακτών και στη ?ηµοκρατία. Εργάστηκε, επίσης, στους ραδιοσταθµούς «?ίαυλος 10» των δέκα δήµων της ?υτικής Αθήνας και «Ράδιο 5» των πέντε δήµων της Β΄ Πειραιά και συνεργάστηκε µε πολλά πολιτικά περιοδικά. Από το 1991 ως το 2009 εργάστηκε στον τηλεοπτικό σταθµό ΑΝΤΕΝΝΑ και στο διάστηµα 2001-2009 ήταν προϊστάµενος του τµήµατος ?ιεθνών Ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθµού. Έχει πραγµατοποιήσει δεκάδες δηµοσιογραφικές αποστολές σε όλο τον κόσµο και έχει πάρει εκατοντάδες συνεντεύξεις από προσωπικότητες της διεθνούς και εσωτερικής πολιτικής σκηνής. Το 2014 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οργανισµό Λιβάνη το πρώτο του βιβλίο µε τίτλο Από τον Ράιχενµπαχ του Όθωνα… στον Ράιχενµπαχ της Μέρκελ, µια ιστορικο-δηµοσιογραφική αναδροµή στους σχεδόν δύο αιώνες της γερµανικής παρουσίας στην Ελλάδα. Από το 1988 εργάζεται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ). Από το 2015 έως τις 3/9/2019 διετέλεσε πρόεδρος και γενικός διευθυντής στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Ως πρόεδρος και γενικός διευθυντής του ΑΠΕ-ΜΠΕ, εξελέγη και µέλος του Προεδρείου της Ένωσης των Ευρωπαϊκών Πρακτορείων Ειδήσεων (ΕΑΝΑ), από το 2017 έως τον Ιούλιο του 2019. Είναι εκλεγµένος γενικός γραµµατέας της Ένωσης των Πρακτορείων Ειδήσεων των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το 2018 εξελέγη επίσης, για έναν χρόνο, πρόεδρος της Ένωσης των Μεσογειακών Πρακτορείων Ειδήσεων.
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή: Naftemporiki.gr
















Leave a comment