Η Ελλάδα διά του Στρατηγού Μαζαράκη, παρόντων των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Σαρηγιάννη, αρνείται αρχικά να την υπογράψει, προσχωρεί δε σε αυτήν τελικά την 13η Οκτωβρίου μόνον όταν πείστηκε πως οι σύμμαχοι είχαν ειλημμένη απόφαση για την εφαρμογή των όρων της ανακωχής, έστω και με απουσία και μη σύμπραξη της Ελλάδας. Η εκκένωση υπό τον Στρατηγό Νίδερ αρχίζει τη 15η Οκτωβρίου 1922, οπότε συμπτύσσονται τα ελληνικά στρατεύματα περί τις 80.000 άνδρες δυτικά του Έβρου ποταμού.
-
Συμφωνία περί ανταλλαγής των αιχμαλώτων και αποδόσεως των πολιτικών κρατουμένων από τις τριετείς πολεμικές επιχειρήσεις 1919-1922.
-
Σύμβαση περί ανταλλαγής των πληθυσμών. Η σύμβαση αυτή δημιούργησε ανυπέρβλητες δυσκολίες γύρω από την ερμηνεία του όρου ΄΄μόνιμα εγκατεστημένος στην τουρκική χώρα΄΄(established-etabli). Κατά την ελληνική άποψη υποδηλούτο με αυτόν τον όρο όποιος διέμενε μόνιμα στην περιφέρεια Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης προ της 30ης Οκτωβρίου 1918 και όχι μόνο όποιος ήταν γραμμένος στα ληξιαρχικά βιβλία της, συνολικά 126.633 ελληνορθόδοξοι και ελληνικής ιθαγένειας. Οι Τούρκοι αντίθετα υποστηρίζαν πως ως εγκατεστημένοι δικαιούνται να θεωρηθούν μόνο οι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο της Κωνσταντινούπολης. Η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών που εξουσιοδότησε τη μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής να ρυθμίσει το ζήτημα, το οποίο και παραπέμφθηκε με πρωτοβουλία της Επιτροπής ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με αποτέλεσμα τη δικαίωση της ελληνικής άποψης. Με τη Σύμβαση του 1930 επετράπη τελικά η επανεγκατάσταση των Ελλήνων στην περιφέρεια Κων/πολης. Όμως η σύμβαση καταγγέλθηκε παράνομα από την Τουρκία το 1964 με αφορμή το Κυπριακό, με αποτέλεσμα την άμεση απέλαση 40-50.000 Ελλήνων. Έτσι ολοκληρώθηκε το πογκρόμ του Σεπτεμβρίου 1955 που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή τότε 60.000 Ελλήνων. Οι δε περιουσίες των Ελλήνων ευρίσκονται έκτοτε σε καθεστώς πραγματικής δήμευσης σύμφωνα με την 6/3801 απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου Τουρκίας, κατά παράβαση του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου.
– Με τη συνθήκη της Λωζάνης μεταξύ της Βρεττανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Ρουμανίας, Σερβοκροατοσλοβενικού κράτους και Τουρκίας
α. Χαράσσονται τα εδαφικά σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας στα σημερινά όρια. (άρθρο 2)
β. Η Τουρκία αναγνωρίζει ρητώς την ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών της Ανατολικής Μεσογείου και ιδία της Λέσβου, Σαμοθράκης, Λήμνου, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας με την οποία επικυρώνεται η ληφθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (σε εκτέλεση των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17-30 Μαΐου 1913 και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1-14 Νοεμβρίου 1913), επομένως οι νίκες του στρατού και ναυτικού μας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Ελλάδα προς εξασφάλιση της ειρήνης υποχρεούται όπως στη Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο και Ικαρία μη εγκαταστήσει ναυτική βάση ή ανεγείρει οχυρωματικό έργο. Επίσης απαγορεύεται η ελληνική στρατιωτική αεροπλοΐα να υπερίπταται του εδάφους της Ανατολίας και αντίστοιχα η τουρκική να υπερίπταται των ειρημένων νησιών. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις περιορίζονται στο συνήθη αριθμό όσων καλούνται για στρατιωτική υπηρεσία, οι οποίοι δύνανται να στρατοπεδεύουν και να γυμνάζονται επί τόπου. (άρθρα 12 και 13)
γ. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος καθώς και οι νήσοι Λαγούσες τίθενται υπό τουρκική κυριαρχία, με τον όρο να απολάβουν ειδικής διοικητικής οργάνωσης και αστυνόμευσης με στρατολογούμενους άνδρες μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού (6.762-1.400 Έλληνες αντίστοιχα), παρέχοντας κάθε εγγύηση στο μη μουσουλμανικό πληθυσμό σε ό,τι αφορά την τοπική διοίκηση και την προστασία προσώπων και περιουσιών. Ο πληθυσμός των νησιών εξαιρείται από την ανταλλαγή των πληθυσμών. (άρθρο 14)
δ. Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλουεπί των νήσων της Δωδεκανήσου και των νησίδων των εξαρτώμενων εξ αυτών. (άρθρο 15)
ε. Εξαιρετικής σημασίας τυγχάνει το άρθρο 16 με το οποίο η Τουρκία δηλώνει expressis verbis ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη τα οποία κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων των οποίων η κυριαρχία έχει αναγνωριστεί σε αυτήν δια της παρούσης συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.
στ. Η Τουρκία αποδέχεται το μονομερή καθορισμό και περιορισμό των θαλασσίων συνόρων της, καθώς μόνο τα νησιά και νησίδες που κείνται σε μικρότερη απόσταση των τριών μιλίων από την ασιατική ακτή παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία. Τα νησιά αυτά έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη τρία νμ αντίστοιχα μετρούμενα από την ακτή τους προς την ανοιχτή θάλασσα. Αντίστοιχη δέσμευση δεν υφίσταται για τα Ελληνικά νησιά, καθώς σε κάθε περίπτωση η απόσταση των τριών μιλίων έχει σημείο αναφοράς μόνο την ηπειρωτική ακτή της Μ. Ασίας ή Ανατολίας.(άρθρα 6 και 12)
ζ. Η Τουρκία αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου που ανακηρύχτηκε από τη Βρετανική Κυβέρνηση στις 5 Νοεμβρίου 1914. (άρθρο 20)
η. Η Τουρκία δεσμεύεται να αναγνωρίσει τα σύνορα της Ελλάδας, όπως αυτά καθορίζονται ή θέλουν καθορισθεί υπό των προβλεπομένων συνθηκών ή πάσης συμπληρωματικής σύμβασης και υπόσχεται να μην ασκήσει ουδεμία πολιτική, νομοθετική ή διοικητική εξουσία ή δικαιοδοσία για οποιονδήποτε λόγο από την κυβέρνηση ή τις αρχές της εκτός του τουρκικού εδάφους, με μόνη αναγνώριση την πνευματική δικαιοδοσία των θρησκευτικών μουσουλμανικών αρχών. (άρθρο 25,26 και 27)
θ. Η Τουρκία αναλαμβάνει την υποχρέωση στα άρθρα 37 έως 44 όπως οι περιεχόμενες διατάξεις για την προστασία τω μειονοτήτων αναγνωρισθούν ως θεμελιώδεις νόμοι, όπως ουδείς νόμος ή κανονισμός ή κάποια επίσημη πράξη διατελούν σε αντίφαση ή αντίθεση με τις διατάξεις αυτές και όπως ουδείς νόμος ή κανονισμός ή κάποια επίσημη πράξη κατισχύουν αυτών. Στο άρθρο δε 44 η Τουρκία δέχεται, όπως σε περίπτωση διχογνωμίας επί νομικών ή πραγματικών ζητημάτων αφορώντων αυτά τα άρθρα, μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και μιας οιασδήποτε των λοιπών υπογραψασών την παρούσα συνθήκη δυνάμεων ή πάσης άλλης δυνάμεως μέλους της Κοινωνίας των Εθνών, η τοιαύτη διχογνωμία θέλει θεωρηθεί ως διεθνούς χαρακτήρα διαφορά και παραπέμπεται στο διαρκές δικαστήριο διεθνούς δικαιοσύνης, το οποίο θα αποφασίζει ανέκκλητα.
ι. Η Τουρκία παραιτείται οριστικώς από κάθε απαίτηση κατά της ελληνικής κυβέρνησης περί επανορθώσεων. (άρθρο 59)
Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης
Με τη Συνθήκη του Μοντρέ της Ελβετίας μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Σοβιετικής Ένωσης, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας και Τουρκίας στις 20 Ιουλίου του 1936, η Σύμβαση περί του καθεστώτος των Στενών της Λωζάνης υποκαθίσταται από την παρούσα συνθήκη. Προ της συγκλήσεως της διασκέψεως του Μοντρέ στις 22 Ιουνίου 1936 η Ελλάδα και η Τουρκία συμφωνούν ότι άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια του επανεξοπλισμού των Στενών θα είναι και ο επανεξοπλισμός των νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης, η Τουρκία δε αποδέχεται και το δυνητικό επανεξοπλισμό και των άλλων νησιών Βόρειου και Κεντρικού Αιγαίου.
Στις 17 Απριλίου 1936 ο επιτετραμμένος της Ελλάδας στην Άγκυρα Κ. Βατικιώτης ζητεί από τον Υπουργό της Τουρκίας Ρουσδή Αράς την οχύρωση όχι μόνο της Λήμνου και της Σαμοθράκης, η οποία ήταν αυτονόητη λόγω της επικείμενης κατάργησης του καθεστώτος στρατιωτικής ουδετεροποίησης βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης, αλλά και των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου. Ο Τούρκος Υπουργός δήλωσε ότι η Ελλάς ουδεμία εκ μέρους της Τουρκίας θα συναντήσει αντίδραση εάν για την ασφάλειά της θα προετίθετο να προβεί σε οχύρωση εκτός Σαμοθράκης – Λήμνου και άλλων νησιών του Αιγαίου Πελάγους.
Την 22α Απριλίου ο Πρωθυπουργός και Υπουργός εξωτερικών της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς σε επιστολή του προς τον Πρεσβευτή της Τουρκίας στην Αθήνα Ρουσέν Εσρέφ αναφέρει τα εξής: ΄΄Επιθυμώ να προσθέσω ότι με ικανοποίησιν έλαβα την δήλωσιν που έκανε την 17 Απριλίου ο κ. Ρουσδή Αράς στον κ. Βατικιώτη συμφώνως προς την οποία η Τουρκία δεν θα διετύπωνε καμία αντίρρηση σε περίπτωση που η Ελλάς θα είχε την πρόθεση για την προάσπιση της ασφάλειάς της να προβεί εκτός από την οχύρωση των νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης στην οχύρωση και άλλων ελληνικών νησιών του Αιγαίου Πελάγους.΄΄
Στις 2 Μαΐου 1936 ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ρουσδή Αράς κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα επαναλαμβάνει στον Πρωθυπουργό τη δήλωση που είχε κάνει πριν λίγες εβδομάδες (βλ. πρακτικό της συνάντησης αυτής με την υπογραφή του Ιωάννη Μεταξά). Τέλος, την 6η Μαΐου 1936 ο πρεσβευτής της Τουρκίας στην Αθήνα Ρουσέν Εσρέφ σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας γράφει : ΄΄Είμεθα εξ ολοκλήρου σύμφωνοι όσον αφορά τον εξοπλισμό (militarization) των νήσων Σαμοθράκης και Λήμνου ταυτοχρόνως με τον εξοπλισμό των Στενών.΄΄ Τέλος, ο ίδιος ο Ρουσδή Αράς δήλωσε στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 31 Ιουλίου 1936 πως οι διατάξεις που αφορούν τα ανήκοντα στη φίλη και γείτονα Ελλάδα νησιά Λήμνο και Σαμοθράκη καταργούνται και αυτές από τη Συνθήκη του Μοντρέ. ΄΄Το χαρακτηριστικό της πολιτικής της νέας Τουρκίας είναι να εύχεται στους φίλους της ό,τι εύχεται και γι΄αυτήν την ίδια και να απεύχεται γι΄αυτούς ό,τι θεωρεί άδικο για εκείνη.΄΄
Μετά το Μοντρέ
Η Τουρκία οχυρώνει άμεσα Ίμβρο και Τένεδο και τις χαρακτηρίζει επιτηρούμενες ζώνες. Η Ελλάδα προέβη σε στρατιωτική κατάληψη Λήμνου και Σαμοθράκης, με επίσημη γνωστοποίηση στις Κυβερνήσεις Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Με το Β.Δ. της 3 Απριλίου 1937 ΄΄Περί καθορισμού απαγορευμένων ζωνών κατά ξηράν και κατά θάλασσαν΄΄, χαρακτήρισε τη Λήμνο επιτηρούμενη ζώνη.
Η ίδια η νομική υπηρεσία του ΝΑΤΟ σε γνωμοδότησή της σχετικά με το νομικό καθεστώς της Λήμνου, κατέληξε πως η Συνθήκη της Λωζάνης για τα Στενά έχει υποκατασταθεί πλήρως από τη Συνθήκη του Μοντρέ και δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας επί της Λήμνου, την οποία μπορεί να χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο θεωρεί κατάλληλο.
Δωδεκάνησα
Με βάση το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10 Φεβρουαρίου 1947) η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα εν πλήρη κυριαρχία τα νησιά της Δωδεκανήσου. Τα ανωτέρω νησιά ορίζεται πως θα αποστρατιωτικοποιηθούν και θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα.
Η Τουρκία σε ανταμοιβή της επιτήδειας ουδετερότητάς της κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζητεί με κάθε πρόφαση και σε κάθε ευκαιρία από τους Αγγλο-Γάλλους Συμμάχους να της επιτραπεί να καταλάβει ή να της επιδικασθούν μετά τον πόλεμο η Χίος, η Μυτιλήνη και τα Δωδεκάνησα. Αυτά κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης, τόσο της Ελληνοτουρκικής Συνθήκης Φιλίας, Ουδετερότητας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας της 30 Οκτωβρίου 1930, όσο και του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Εγκάρδιας Συνεννόησης της Άγκυρας στις 14 Σεπτεμβρίου 1933, με τις δεσμεύσεις για μη επίθεση σε κάθε περίπτωση και εγγύηση για το απαραβίαστο των κοινών συνόρων των δύο κρατών.
Όπως ειπώθηκε το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων η Ιταλία επέστρεψε με πλήρη κυριαρχία στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Με τη Συνθήκη αυτή επίσης η Βουλγαρία παραιτείται οριστικά από την διεκδίκηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Η διάταξη περί αποστρατιωτικοποίησης υπήρξε για την Τουρκία res inter alios acta, καθώς δεν συμμετείχε στη Συνθήκη.
Απηχεί την απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση οποιουδήποτε εδάφους συνδεόταν με τους ηττημένους. Απηχεί επίσης το αίτημα για ασφάλεια των συνόρων μέσω της στρατιωτικής ουδετεροποίησης νησιωτικών ή θαλασσίων ζωνών. Η Ιταλία όμως με υπόμνημα που έστειλε στις 8 Δεκεμβρίου 1951 στα 21 κράτη που υπέγραψαν τη Συνθήκη γνωστοποιούσε πως οι διατάξεις περί αποστρατιωτικοποίησης είχαν περιπέσει σε αχρησία και ζητούσε επανεξέταση της σχετικής ρήτρας, τα 18 δε συγκατατέθηκαν απολύτως. Έτσι απαλλάχτηκε από τα βάρη της αποστρατιωτικοποίησης στα νησιά Σαρδηνία, Σικελία, Pantelaria, Pelagosa.
Η στρατιωτική ουδετεροποίηση τελούσε και τελεί από την προϋπόθεση τηςήδη από το 1914 απαγόρευσης λήψης στη μικρασιατική ακτή επιθετικών μέτρων, ναυτικού ή στρατιωτικού χαρακτήρα κατά των ελληνικών νησιών.
Η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτήν την αίρεση, διαθέτει δε μια μεγάλη αποβατική δύναμη στα παράλια ως Στρατιά Αιγαίου. Η Τουρκία όμως δε δικαιούται να έχει λόγο για μια συνθήκη που ρύθμισε κυριαρχικά τα ζητήματα χαράξεως συνόρων εκ μέρους των Συμμάχων και εις βάρος του Άξονα.
Η Ιταλία και η Τουρκία είχαν υπογράψει στην Άγκυρα στις 4 Ιανουαρίου 1932 Σύμβαση-Συνθήκη που επικυρώθηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, η οποία αφορούσε τη διευθέτηση της κυριαρχίας και των χωρικών υδάτων επί των νησίδων μεταξύ του Καστελόριζου και της Μικρασιατικής Ακτής. Το υπόλοιπο τμήμα των τότε τμήμα των ιταλοτουρκικών θαλασσίων συνόρων καθορίστηκε με πρακτικό (proces-verbal) που υπογράφτηκε στην Άγκυρα στις 28 Δεκεμβρίου 1932. Στη συμφωνία αυτή προσδιορίζεται ονομαστικά η κυριαρχία επί των νησίδων της περιοχής, οι οποίες ουδεμίας αμφισβήτησης πλέον αποτελούν αντικείμενο (ne faisant l΄objet d΄ aucune contestation). Μεταξύ των αναφερόμενων νησίδων είναι και οι Βραχονησίδες Ίμια…
Οι θέσεις αυτές είχαν τεθεί ήδη από τις 27 Ιουνίου 1946 όπου στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων μεταξύ ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας και Σοβ. Ένωσης αναγνωρίστηκε το αναμφισβήτητο δικαίωμα της ενώσεως των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα. Η δε Συνδιάσκεψη των Παρισίων (29 Ιουλίου-15 Οκτωβρίου 1946) ΄΄Μεταξύ των 21 Εθνών τα οποία διεξήγαγαν τον πόλεμο κατά του Άξονος΄΄, εγγυήθηκε ρητά την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Ελλάδος!
Άλλωστε κατά το άρθρο 36 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών ΄΄ένα δικαίωμα γεννιέται για τρίτο κράτος από διάταξη μιας συνθήκης αν τα μέρη στη συνθήκη αυτή θέλουν με τη διάταξη αυτή να χορηγήσουν το εν λόγω δικαίωμα στο τρίτο κράτος και εφόσον το τρίτο κράτος συναινεί σχετικά΄΄. Στην προκείμενη περίπτωση της Συνθήκης των Παρισίων δεν συντρέχει η προϋπόθεση της θέλησης όλων των συμβαλλομένων μερών να αναγνωρίσουν συμβατικά ως συγκεκριμένο δικαίωμα το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης υπέρ της Τουρκίας.
Σε περίπτωση δε αμφιβολιών το Διεθνές Δίκαιο επιτάσσει οι συμβατικές διατάξεις που μπορούν να περιορίσουν την κυριαρχία ή την ελευθερία των συμβαλλομένων κρατών, να ερμηνεύονται πάντοτε στενά, δηλαδή υπέρ των συμβαλλομένων κρατών και όχι υπέρ τρίτου κράτους.
1. Στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου (1978) το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θεώρησε ότι η αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων υπέρ ενός κράτους σε περιοχές που βρίσκονται έξω από το έδαφός του (υφαλοκρηπίδα), επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει το εδαφικό καθεστώς του κράτους. Με τη Σύμβαση της Γενεύης για την υφαλοκρηπίδα (1958, κύρωση με ΝΔ 1182/1972) η Ελλάδα γίνεται κυρία της υφαλοκρηπίδας τόσο του ηπειρωτικού όσο και του νησιωτικού της εδάφους. Νομοθετεί με το ΝΔ 3848/1959 και με το ΝΔ 142/1969 για την αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε υγρή και αεριώδη κατάσταση και του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου, επιβεβαιώνει δε τα κυριαρχικά της δικαιώματα με τους Ν. 2289/1995 (α. 12) και 4001/2011 (α. 156).
*Ο Αριστομένης Μπαλάσκας είναι Δικηγόρος Πειραιώς, ΜΔΕ-LLMeur, υ. ΔΝ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Χ. Ροζάκης, ΄΄Η αποκλειστική οικονομική ζώνη και το Διεθνές Δίκαιο΄΄, Αθήνα 2013.
Α. Γιοκάρης, ΄΄Διεθνές Δίκαιο εναερίου χώρου΄΄, Αθήνα 1996.
Δ. Κωνσταντόπουλος, ΄΄Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο – Εφαρμογή Γενικού και Ειδικού Διεθνούς Δικαίου΄΄, Θεσσαλονίκη 1997.
Κ. Ιωάννου – Κ. Οικονομίδης – Χ. Ροζάκης – Α. Φατούρος, ΄΄Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο – Θεωρία των πηγών΄΄, Αθήνα 1988.
Ε. Ρούκουνας, ΄΄Διεθνές Δίκαιο – Το κράτος και το έδαφος, Το δίκαιο της θάλασσας΄΄, Αθήνα 2006.
Λ.Α. Σισιλιάνος – Φ. Παζαρτζή – Μ. Γαβουνέλη, ΄΄Διεθνές Δίκαιο΄΄, Αθήνα 2007.
Φ. Γουέμπερ, ΄΄Ο επιτήδειος ουδέτερος΄΄, ΔΕΚ – ΓΕΣ, Αθήνα 1985.
Α. Κούρκουλας, ΄΄Ίμια – Κριτική προσέγγιση του τουρκικού παράγοντα΄΄, Αθήνα 1998.
Δ. Μηλάκας, ΄΄Η απόρρητη ιστορία του Αιγαίου΄΄, Αθήνα 2012.
Χ. Ψωμιάδης, ΄΄Η τελευταία φάση του ανατολικού ζητήματος΄΄, Αθήνα 2004.
Χ. Παζαρτζί, ΄΄Το καθεστώς αποστρατικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου΄΄ – Κ.Π. Οικονομίδης ΄΄Το νομικό καθεστώς των ελληνικών νησιών του Αιγαίου΄΄, Αθήνα 1989.
Θ. Βερέμης, ΄΄Ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων΄΄, ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2003.
Χ. Γιαλουρίδης, ΄΄Από την Κύπρο έως τα Ίμια, 1955 – 1996΄΄, Αθήνα 1997.
(Σημ: To άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις)
Πηγή:Militaire.gr
















Leave a comment