Του Γιώργου Καραμπελιά*
Στην Ελλάδα, με την κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού, ολοκληρώθηκε – και ελπίζω να μείνουμε έως εκεί – η δραματική περίοδος μιας υπερδεκαετούς κρίσης που μοιάζει με έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Και δυστυχώς όπως όλες, οι ιστορικές περίοδοι στη χώρα μας, έτσι και η μεταπολιτευτική περίοδος έλαβε τέλος μέσα σε μια καταστροφική κρίση. Ολόκληρο το παραγωγικό και το κοινωνικό-πολιτικό τοπίο της χώρας ανασκάφτηκε διαλύοντας παραγωγικούς τομείς και πλήττοντας τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, και υπονομεύοντας την αμυντική αξιοπιστία της με την συρρίκνωση των αμυντικών δαπανών, συρρίκνωση που μας απειλεί και με νέο μείζον πιθανό πλήγμα.
Αυτή η κρίση μακράς διάρκειας προκάλεσε μια βαθιά ρήξη στο κοινωνικό και πολιτικό σώμα μιας κοινωνίας με καταναλωτικά παρασιτικά χαρακτηριστικά και μια –επίπλαστη μεν αλλά ταυτοχρόνως υπαρκτή– καταναλωτική ευημερία. Επρόκειτο για έναν κυριολεκτικό σεισμό που ανάλογό του δεν γνώρισε καμμιά άλλη ευρωπαϊκή κοινωνία (με απώλεια 35% του ΑΕΠ σωρευτικά, μέχρι το 2020, και ίσως του 50% του μέσου εισοδήματος, εξ αιτίας της υπερφορολόγησης για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους).
Αναπόφευκτη λοιπόν υπήρξε και η πολιτική κρίση που γνώρισε το πολιτικό σύστημα της χώρας το οποίο αρχικώς κυριολεκτικά κονιορτοποιήθηκε, αναδεικνύοντας νέες δυνάμεις και συρρικνώνοντας τις παλιές. Τί πιο εμβληματικό από την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, του κόμματος-τοτέμ της μεταπολίτευσης.
Σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα της χώρας, στη διάρκεια της δεκαετίας του 2010, κατέρρευσε δραματικά η παλιά οικονομική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας – αυτό που έχουμε αποκαλέσει παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο με τεράστιες εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών οι οποίες υπερέβαιναν την παραγωγική δυνατότητα της χώρας, με αποτέλεσμα τη διαρκή διόγκωση του δανεισμού και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η κρίση που επέφερε ο κορονοϊός ήλθε να ολοκληρώσει, τη διαδικασία της αποσύνθεσης μιας μάλλον παρασιτικής οικονομικής και κοινωνικής δομής, πλευροκοπώντας τον τελευταίο μεγάλο τομέα της, τον τουριστικό.
Στο εξής λοιπόν, δεν έχουμε άλλο μέλλον, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως έθνος, παρά ένα μέλλον παραγωγικό, εξωστρεφές με ενδογενή βάση, που θα πρέπει να θεραπεύσει τις τεράστιες κρίσεις που αντιμετωπίζουμε, δημογραφικό, μεταναστευτικό, νεοοθωμανική απειλή, κ.λπ. κ.λπ.
Και ήδη καταγράφονται οι πρώτες ουσιαστικές θετικές εξελίξεις μιας ενδογενούς αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, κατ’ εξοχήν στον αγροτικό αλλά και τον μεταποιητικό τομέα, εξελίξεις που επιταχύνθηκαν μάλιστα στη διάρκεια της κρίσης του κορoνοϊού. Επί παραδείγματι στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου το έλλειμμα του αγροτοδιατροφικού τομέα σχεδόν μηδενίστηκε φθάνοντας το 98%, μετά από μια εντυπωσιακή άνοδο των εξαγωγών (6,05 δις. € έναντι 6,16 δις € εισαγωγών), επιστρέφοντας ως ποσοστό εκεί που βρισκόταν στα τέλη της δεκαετίας του 1980!
Όσο για τους τομείς στους οποίους θα έπρεπε να στραφεί κατ’ εξοχήν η κρατική παρέμβαση και το ενδιαφέρον της κοινωνίας των πολιτών, όπως η αμυντική και ναυπηγο-επισκευαστική βιομηχανία, η παιδεία, ο πολιτισμός στη διασύνδεσή του με τον τουρισμό και την εκπαίδευση, κ.λπ.
Μια ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε πρόσφατα η τοποθέτηση του Κώστα Σημίτη, σε άρθρο του στις 5 Δεκεμβρίου στην Καθημερινή, όπου, επισημαίνει πως: « …το επίκεντρο της προσπάθειας δεν θα πρέπει να είναι η βελτίωση του οδικού δικτύου, αλλά η παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων, όπως και η υποκατάσταση των εισαγομένων».
Δηλαδή, ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης φαίνεται να εγκαταλείπει τον άλλοτε διαβόητο… «σημιτικό εκσυγχρονισμό»! Υπογραμμίζει, ορθά, πως «το επίκεντρο της προσπάθειας» θα πρέπει να είναι η παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων, όπως και η υποκατάσταση των εισαγομένων…» Διότι η απλή δημιουργία «οδικών αξόνων» επέτρεψε απλώς στα εισαγόμενα προϊόντα να φθάνουν ανετότερα παντού, χωρίς να προϋπάρχει η εσωτερική παραγωγή που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτές τις υποδομές. «Στερνή μου γνώση…»
Αποφασιστικής σημασίας παράλληλα είναι η υπέρβαση των όποιων παρασιτικών και ανορθολογικών ιδεολογικών ροπών που αναδείχτηκαν με μεγαλύτερη ενάργεια στη διάρκεια της κρίσης του κορoνοϊού:
Αρχικώς του δικαιωματιστικού, ατομικιστικού πυρήνα της μεταμοντέρνας Αριστεράς, τον οποίο εκφράζουν, στην πιο ακραία αλλά και πιο ολοκληρωμένη μορφή, οι απόψεις του γκουρού των αντιεξουσιαστών Ιταλού φιλοσόφου, Τζόρτζιο Αγκάμπεν· ο οποίος αντιπαραθέτει την «ελευθερία του ατόμου» –ακόμα και αν προκαλεί τον θάνατο– στις υγειονομικές επιταγές μιας συγκροτημένης κοινωνίας.
Ο δεύτερος άξονας αφορά σε ένα μεγάλο μέρος ενός «αντισυστημικού» χώρου, ο οποίος εκτρέφει και διακινεί θεωρίες συνωμοσίας που παρασύρουν και ταυτόχρονα πλήττουν τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας. Αυτές οι, ιδιαίτερα επιδραστικές στον εικονικό κόσμο του facebook, απόψεις παρουσιάζονται μέσω της πιο εμβληματικής μορφής των «αρνητών» του Γιάννη Ιωαννίδη. Πράγματι ο Έλληνας καθηγητής του Stanford προσπάθησε να προσφέρει επιστημονική βάση στις θανατηφόρες ανοησίες του Τραμπ, και σήμερα επικρίνεται σφοδρά και από την ίδια τη Washington Post.
Ο τρίτος κριτικός άξονας αφορά στον ορθόδοξο χώρο και την απόπειρα διαφόρων κύκλων να τον παρασύρουν σε μια απολύτως ανορθολογική αντίληψη, οικοδομώντας έναν νέο, κομματικού τύπου, «ορθόδοξο» φονταμενταλισμό, μέσα από την διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας σχετικά με τις ενέργειες του Ιωάννη Καποδίστρια απέναντι στην επιδημία της πανώλης, το 1828. Ενώ παράλληλα επισημαίνονται οι παραποιήσεις των ιστορικών δεδομένων από έναν αντίπαλο δήθεν φιλελεύθερο φονταμενταλισμό.
Τέλος, για να επιβιώσει ο ελληνισμός στον αιώνα μας, και να πραγματοποιηθεί η παραγωγική, πολιτιστική και ιδεολογική επανάσταση που απαιτείται γι’ αυτό η υπέρβαση του διπόλου Αριστεράς-Δεξιάς και των εμφυλιοπολεμικών συνδρόμων είναι απολύτως αναγκαία.
* Το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά με τον τίτλο «COVID-19, το αιφνίδιο τέλος του παρασιτισμού», κυκλοφορεί από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις»
* Γιώργος Καραμπελιάς γεννήθηκε το 1946 στην Κάτω Αχαΐα. Από το 1964, ως φοιτητής της Ιατρικής, συμμετείχε στη Νεολαία Λαμπράκη. Μετά το 1967 σπούδασε Οικονομία στη Γαλλία. Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στον «Μάη του ’68», σε ελληνικές και γαλλικές οργανώσεις. Στη Γαλλία γράφει τα πρώτα του βιβλία. Μετά τη μεταπολίτευση συνεχίζει αδιάλειπτα την πολιτική και συγγραφική του δραστηριότητα. Πολιτική δράση Αρχικά ανήκε στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά και κινούνταν στο χώρο του μαοϊκού εργατισμού στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και της αυτονομίας από το τέλος της δεκαετίας του ’70 ως τις αρχές της επόμενης.[1] Από το 1979 έως το 1993 εξέδιδε το περιοδικό Ρήξη. Το 1980, μαζί με φίλους, δημιούργησε το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο» και τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις». Από τις εκδόσεις έχουν εκδοθεί ως σήμερα πάνω από 120 τίτλοι από τους τομείς της λογοτεχνίας, του δοκιμίου, της ιστορίας, των κοινωνικών κινημάτων, της οικολογίας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Έλληνα φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου. Το 1992 πήρε το μεταπτυχιακό δίπλωμά του από την Οικονομική Σχολή των Παρισίων (Paris VII). Από το 1993 έως το 1994 διηύθυνε τον Τομέα Πρόληψης, Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης του ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Παρέστη ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη της 17 Νοέμβρη, όπου ερωτήθηκε και κατέθεσε για τα πολιτικά κίνητρα της δράσης της οργάνωσης.[2] Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Γραμματείας των Οικολόγων – Εναλλακτικών. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Σπίθας του Μ. Θεοδωράκη, από την οποία αποχώρησε στις 24 Ιουνίου 2011[3]. Από το 1995 είναι εκδότης και αρχισυντάκτης του διμηνιαίου περιοδικού «Άρδην», που συνεχίζει να εκδίδεται. Το 2006 εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Ρήξη. Ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού» που απ’ το 2011 εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό νέος Λόγιος Ερμής. Αποτελεί, επίσης ιδρυτικό και εξέχον μέλος της Κίνησης Πολιτών Άρδην, που δημιουργήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2011.[4] Το 2014 θα τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο «Ανδρέα Πετρόπουλου» για τη μελέτη του πάνω στη ζωή, το έργο και την δράση του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή: «Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί»[5]. Τον Νοέμβριο του 2016 ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που ίδρυσαν το Κίνημα Άρδην. Το 2019, στις αυτοδιοικητικές εκλογές, κατήλθε υποψήφιος για τον δήμο Αθηναίων με την κίνηση «Αθήνα για την Ελλάδα», επιτυγχάνοντας να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος με την υποστήριξη – πέραν του Κινήματος Άρδην – της Ένωσης Κεντρώων, της Δημοκρατικής Αναγέννησης και άλλων μικρότερων κινήσεων (Ελληνική Πολιτική Συνείδηση, Πατριωτική Συσπείρωση ,Πανελλήνιο Προοδευτικό Κίνημα και Πρωτοβουλία της 14ης Μάη).[6][7] Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πρεσβεύει μια ιδεολογική σύνθεση μεταξύ πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας και άμεσης δημοκρατίας, ενώ παράλληλα προτάσσει την υπέρβαση της διαίρεσης αριστεράς – δεξιάς, μέσα από την διαμόρφωση ενός νέου χειραφετησιακού οράματος του 21ο αιώνα.[8] Αναφορικά με την πολυδιάστατη κρίση της Ελλάδας, πρεσβεύει ένα όραμα ανασυγκρότησης που να στηρίζεται αποφασιστικά πάνω στην ελληνική παιδεία και πολιτισμό, αξιοποιώντας την οικουμενική του εμβέλεια, αλλά και την ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, την ανάπτυξη της έρευνας και καινοτομίας καλώντας σε έναν «ελληνικό εκσυγχρονισμό» ή «εκσυγχρονισμό της παράδοσης» όπως τον ονομάζει.[9] Λόγω των θέσεών του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (μακεδονικό, βορειοηπειρωτικό, κυπριακό), καθώς και σε ζητήματα ταυτοτήτων,[εκκρεμεί παραπομπή] συγκαταλέγεται σε μια ομάδα διανοούμενων και πολιτικών που εκφράζουν μια μορφή αριστερόστροφου εθνικισμού, συνδυάζοντας την Ορθοδοξία με την εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση και εθνικιστικές ιδέες, εκφρασμένες με αριστερή ορολογία.[10]
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή: Liberal.gr
















Leave a comment