Του Δρ. Παναγιώτη Ν. Σφαέλου∗
Έχουν περάσει δύο χρόνια από το δημοψήφισμα για το Brexit. Η διαδικασία εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ξεκίνησε το Μάρτιο του 2017 και αναμενόταν να ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2019. Καθώς όμως η διαπραγμάτευση περιπλέκεται, η μεταβατική περίοδος θα ολοκληρωθεί μέχρι τις 30 Μαρτίου 2020. Τα προβλήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, καθώς ένα «σκληρό» Βrexit μπορεί να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα για τους πολίτες της ΕΕ στην Βρετανία και αντίστροφα. Επίσης, μπορεί να οδηγήσει σε επανασύσταση των συνόρων με την Δημοκρατία της Ιρλανδίας (κατάργηση του Common Travel Area).
Ο ευρωσκεπτικισμός που επωαζόταν χρόνια τώρα στην Βρετανία βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες να εκδηλωθεί στο δημοψήφισμα που – αν και οριακά – ενέκρινε το Brexit. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην βρετανική κοινωνία και σχετίζεται με τον παγκόσμιο ρόλο που θέλει να παίζει η Βρετανία διαχρονικά από την εποχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η απόφαση της Βρετανίας να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ το 1973 βασίστηκε σε οικονομικούς κυρίως λόγους. Καθώς η Βρετανική Αυτοκρατορία συρρικνωνόταν δραματικά την δεκαετία του 1960, η Βρετανία έψαχνε για νέες συμμαχίες και κυρίως για νέες αγορές. Η κοινή αγορά που αναπτυσσόταν στην Ευρώπη ήταν μια καλή λύση για την Βρετανία. Η συμμετοχή τη Βρετανίας στην ΕΕ ήταν επωφελής αν και υπήρχαν φωνές που δεν ήθελαν την Βρετανία στην ΕΕ, κυρίως στους κόλπους του Συντηρητικού Κόμματος. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης όμως, ο ευρωσκεπτικισμός πέρασε στο προσκήνιο και οδήγησε στο δημοψήφισμα του 2016, το οποίο ο Κάμερον διεξήγαγε για να καθησυχάσει τους ευρωσκεπτικιστές μέσα στο κόμμα του, αλλά – κόντρα στις προβλέψεις του – βγήκε υπέρ του Brexit.
Οι υπέρμαχοι του Brexit υποστήριξαν ότι η συμμετοχή στην ΕΕ έχει μεγάλο οικονομικό κόστος. Δεν εξήγησαν όμως ότι στην ουσία δεν υπάρχει οικονομικό κόστος για την συμμετοχή στην ΕΕ, καθώς η Βρετανία συμμετέχει στο κοινό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και λαμβάνει κοινοτικά κονδύλια. Η έξοδος από την ΕΕ θα τους αναγκάσει να επιστρέψουν περίπου €40 δις στην ΕΕ, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βρετανίας. Περαιτέρω, η Βρετανία χάνει την πρόσβαση της στην ενιαία αγορά της ΕΕ κάτι που θα επηρεάσει σημαντικά την οικονομία της στο μέλλον.
Οι οπαδοί του Brexit επίσης υποστήριξαν ότι όσο η Βρετανία παραμένει στην ΕΕ, θα υπάρχει συνεχής αύξηση μεταναστευτικών ροών και ιδιαίτερα από τις ανατολικές χώρες της ΕΕ. Δηλαδή, η εσωτερική μετανάστευση (των Ευρωπαίων πολιτών) θεωρήθηκε κίνδυνος για την βρετανική αγορά εργασίας. Αυτό δεν ευσταθεί καθώς αυτοί οι άνθρωποι θα είχαν θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη της Βρετανίας και η μείωση θέσεων εργασίας εξισορροπείται με την εργασία χιλιάδων Βρετανών στα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Κατά δεύτερο λόγο, η Βρετανια έχει εξαίρεση από τις Συμφωνίες Σένγκεν και Δουβλίνο και μπορεί να σταματήσει τις δευτερογενείς ροες μεταναστών και προσφύγων.
Η διαδικασία εξόδου αποδεικνύεται χρονοβόρα και περίπλοκη. Η ΕΕ και η Βρετανία κατέληξαν σε μια Συμφωνία Αποχώρησης τον Μάρτιο του 2018, η οποία ρυθμίζει την μεταβατική περίοδο. Όσοι Ευρωπαίοι πολίτες μένουν ή μετοικήσουν στην Βρετανία μέχρι τις 30 Μαρτίου 2020, θα έχουν δικαίωμα παραμονής για τους ίδιους και τις οικογένειες τους μετά το Brexit. Επίσης, οι Βρετανοί πολίτες που βρίσκονται σε χώρες της EE θα διατηρήσουν το δικαίωμα παραμονής μετά το Brexit, αν και πολλοί εξ αυτών σπεύδουν να αποκτήσουν την ιθαγένεια του κράτους-μέλους υποδοχής. Θα υπάρξει όμως αντασφάλεια για όσους έρθουν στη Βρετανια μετά την μεταβατική περίοδο, καθώς τότε θα ισχύουν άλλες ρυθμίσεις που θα υπάγονται αμιγώς στην βρετανική νομοθεσία και το Δικαστήριο της ΕΕ δεν θα έχει πλέον δικαιοδοσία επί αυτών των ζητημάτων.
Εν κατακλείδι, ένα «σκληρó» Brexit θα έθετε εκατομμύρια Eυρωπαίους και Βρετανούς πολίτες σε ανασφάλεια και θα δυσχέραινε την ελεύθερη μετακίνηση. Αντιθέτως, ένα Brexit βασισμένο σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας (στα πρότυπα της Συμφωνίας ΕΕ – Ελβετίας) θα εξασφάλιζε μια καλή σχέση των δύο μερών προς όφελος των πολιτών τους. Όπως όλα δείχνουν, βαδίζουμε προς μια ομαλή έξοδο με αμοιβαίους συμβιβασμούς, αν και πρέπει να τονιστεί ότι μέσο-μακροπρόθεσμα το Brexit θα είναι εις βάρος της Βρετανίας καθώς χάνει την πλήρη συμμετοχή της στην ενιαία αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων, αγαθών και κεφαλαίων και συμβιβάζεται με μια απλή τελωνειακή ένωση.
∗ Ο Παναγιώτης Ν. Σφαέλος είναι Νομικός-Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων. Είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Kent και Ακαδημαϊκός.
Αναδημοσίευση από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
















Leave a comment