Του Παναγιώτη Αλιμήση∗
Η πρωτοφανής πολιτική αβεβαιότητα που ταλανίζει σήμερα την πάλαι ποτέ «αυτοκρατορική» Μεγάλη Βρετανία, αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη κρίση από την εποχή της περίφημης «εξέγερσης των ανθρακωρύχων» του 1981, έναντι της τότε πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ. Η παρούσα κρίση είναι αποτέλεσμα της ιδιόμορφης μάχης που δίνει η Τερέζα Μέι για μια συμφέρουσα συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ. Εδώ και τρία χρόνια, ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση θέλουν να κάνουν πίσω στις πάγιες θέσεις τους, ενώ την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι εσωκομματικές πιέσεις στους συντηρητικούς, που συμβουλεύουν τη Μέι να καταστρώσει ένα πιο ευέλικτο πλάνο εξόδου, πέρα από τις κόκκινες γραμμές που η ίδια έχει θέσει.
Θέλοντας να εκτονώσει το έντονα φορτισμένο πολιτικό κλίμα, η Βρετανίδα πρωθυπουργός, λέγεται ότι είναι έτοιμη να κάνει μερικές υποχωρήσεις, υιοθετώντας -ως ένα βαθμό- το αίτημα των Εργατικών του Κόρμπιν, που κάνει λόγο για μια ήπια έξοδο από την ΕΕ, η οποία θα διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας «ισχυρής σχέσης» με τις Βρυξέλλες! Ακόμα όμως και αν η Μέι υποχωρήσει σε κάποια σημεία, αυτό λογικά θα πρέπει να γίνει χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η προσωπική πολιτική της αξιοπιστία και, συνάμα, ολόκληρου του κόμματός της.
Παράλληλα, υπάρχει μια ευδιάκριτη μειοψηφική τάση σε όλα τα κόμματα, που εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο διεξαγωγής εθνικών εκλογών τους επόμενους μήνες, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η κυβέρνηση διαθέτει ευρεία λαϊκή υποστήριξη. Μολαταύτα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβόνται πως οι εκλογές, ίσως δώσουν την ευκαιρία σε καραδοκούσες, ακραίες δυνάμεις απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, να εισέλθουν δυναμικά στο παιχνίδι της εξουσίας εκμεταλλευόμενες την αναποφάσιστη ψήφο.
Γιαυτό, η επιλογή της κάλπης, φαντάζει αυτή την περίοδο η «απευκταία έσχατη λύση» για την κυβέρνηση.
Γενικά, η διαμάχη για το Brexit, εξελίσσεται πλέον σε μια διχαστική αντιπαράθεση μεταξύ εκείνων που θέλουν μια «ειδική σχέση» και εκείνων που προτιμούν μια «στενή σχέση» με την Ευρώπη.
Η παράταση που δόθηκε για τις 31 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους, ανακουφίζει κάπως την Μέι, δίνοντάς της περισσότερο χρόνο να σχεδιάσει, ωστόσο, αν ο διάλογος μεταξύ των κομμάτων διατηρήσει τον γνωστό εσωστρεφή τόνο, τότε η κρίση θα επανέλθει δριμύτερη το φθινόπωρο.
Τέλος, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, στο προσεχές μέλλον, το ‘κουρασμένο’ από την πολιτική αβεβαιότητα λαϊκό αίσθημα, να απαιτήσει εκ νέου δημοψήφισμα, βάζοντας οριστικά «τίτλους τέλους» στην πολύκροτη υπόθεση Brexit…
Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι Ιστορικός και Διεθνολόγος
[the_ad id=”17504″]
















Leave a comment