Του Παναγιώτη Αλιμήση*
Σχεδόν 8 χρόνια πέρασαν από την ημέρα που ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, με φόντο το όμορφο Καστελλόριζο, ανακοίνωσε αυτό που θεωρούσαν αναμενόμενο: Την προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Από τότε η χώρα ζει ως ικέτης με «ενέσεις» ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι το «finish Graeciae» όπως πολύ σωστά το έχει αποδώσει ο Χρήστος Γιανναράς, είναι πλέον μια στυγνή πραγματικότητα.
Ο Έλληνας γυρνώντας από τις παραλίες το καλοκαίρι του 2009, διαπίστωσε ότι οι επόμενοι χειμώνες δεν θα είναι ποτέ ξανά οι ίδιοι… Ο λαός μας αποδέχθηκε τη «νέα τάξη» που διαμορφώθηκε από τις συνεχείς ταπεινώσεις των δανειστών και τα παιχνίδια της ‘υπάκουης’ πολιτικής του ηγεσίας και των Εταίρων. Έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της ιστορικής του συνείδησης και ζώντας για δεκαετίες παρασιτικά, δεν ήταν -ούτε φαίνεται να είναι- σε θέση να ανορθωθεί. Οι εκκλήσεις μερικών «οπισθοδρομικών», που καλούν για επιστροφή στον παλιό εργατικό και πατριωτικό εαυτό μας, δυστυχώς χάνονται ανάμεσα στις στήλες των lifestyle και των τροπικών reality τηλεπαιχνιδιών.
Όταν η ΕΕ άρχισε την δεκαετία του ’80 να ανοίγει τα μπαούλα και να στέλνει τις «παχιές αγελάδες», μεγάλο μέρος του πληθυσμού προτίμησε να κάτσει πιο πολλές ώρες στην πολυθρόνα (όχι δεν είμαστε τόσο τεμπέληδες ούτε τα φάγαμε μαζί, αλλά… φάγαμε καλά). Δανειζόμενοι όλο και περισσότερο για να πάρουμε στα παιδιά μας μηχανάκι, εισιτήρια για Χριστούγεννα στο Λονδίνο, κινητό και τάμπλετ, ο λογαριασμός φούσκωνε. Την ίδια στιγμή, ο παλιάς κοπής διχασμός (αριστερά, δεξιά) που καλλιεργούσαν διαχρονικά τα κόμματα και οι στρατοί των συνδικαλιστών μετατράπηκε σε σύγχυση! Ο καθένας ίδρυσε και από ένα κόμμα λέγοντας το μακρύ του και το κοντό του για το πώς θα βγούμε από την κρίση, αφού πρώτα είχε προηγηθεί η «ηρωική έξοδος» από τη Βουλή ή το κόμμα για τα μάτια του κόσμου. Διακεκριμένοι οικονομολόγοι στηρίχθηκαν σε αριθμούς και αναλύσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα, αγνοώντας προκλητικά, ότι η οικονομική κρίση ήταν πρωτίστως ηθική και πολιτική.
Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια πρωτόγνωρη σύγχυση στο ευρύτερο λαϊκό σώμα, δίνοντας έδαφος στον καιροσκοπισμό και τον ατομισμό (να βρούμε την καλή και να χωθούμε…) Στην Αθήνα εμφανίστηκαν συνθήματα στους τοίχους του τύπου «Να πεθάνει η Ελλάδα για να ζήσουμε εμείς». Η «προοδευτική ηγεσία» μας, μοίρασε ιθαγένεια στους πάντες αγνοώντας τις οικονομικές και πολιτισμικές δυνατότητες της κοινωνίας μας, καθώς και τις γεωπολιτικές συνθήκες που επικρατούν στα Βαλκάνια και την Μεσόγειο. Όποιες φωνές προσπάθησαν να δώσουν εναλλακτικές λύσεις και να προειδοποιήσουν για την επερχόμενη καταστροφή, έγιναν αντικείμενο σκληρής κριτικής από παλιοφυλλάδες με τίτλο: «είναι φασίστας». Η έννοια της συλλογικότητας, (δηλαδή πρόοδος όχι εις βάρος των άλλων), έσβησε. Πλέον, κανένας δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αντί η κρίση να γίνει η αφορμή ώστε οι Έλληνες να αντλήσουν τα απαραίτητα δυναμικά στοιχεία από το παρελθόν τους και να τα χρησιμοποιήσουν ως εφόδια για την ανασυγκρότηση, έγιναν πιο εσωστρεφής και με τάσεις φυγής στο εξωτερικό, είτε από πραγματική ανάγκη, είτε γιατί θέλησαν να ξαναβρούν τη παλιά και χαμένη καλοζωία. Δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί που ακόμα και τώρα λένε «φεύγω για να κάνω τη ζωή μου». Η επιτομή του «ζήτω το εγώ»!
Η κακή μέρα από τον… Όθωνα φαίνεται
Όλοι σχεδόν οι μελετητές παραδέχονται πως οι Έλληνες ήταν το πρώτο ανατολικό έθνος που μπήκε «απότομα» στις δυτικές δομές. Ο παλιός τρόπος οργάνωσης της εθνικής μας ζωής με τα καλά και τα στραβά του, αλλά με έντονη την δημιουργικότητα και τη σύνθεση, αντικαταστάθηκε από ένα νέο άγνωστο εν πολλοίς μοντέλο διαβίωσης. Το νέο ελληνικό κράτος από το 1830 εκσυγχρονίζεται συνεχώς προσπαθώντας να βρει ένα νέο προσανατολισμό και μια περίοπτη θέση ανάμεσα στα «συμμαχικά» κράτη προστάτες. Πολλά από τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του Ρωμιού, που ήταν αποτέλεσμα ενός καταπιεστικού οθωμανικού καθεστώτως: ο κοτζαμπασισμός (ξέρεις ποιος είμαι εγώ;) το ρουσφέτι, το λάδωμα και ο καιροσκοπισμός, έλαβαν τρομακτικές διαστάσεις από την εποχή του Όθωνα. Ο ταλαιπωρημένος Έλληνας, έχοντας άσβεστο τον πόθο της απελευθέρωσης των αλύτρωτων εδαφών όπως τον εξέφρασε μέσα από τις παραδόσεις και τα τραγούδια του, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από ολετήρες πολιτικούς (βλέπε Κωλλέτης) οι οποίοι έβαλαν ουκ ολίγες φορές τη χώρα σε περιπέτειες (1897, 1922). Όμως παρά τις καταστροφές, στα χρόνια του ελεύθερου βίου δεν διαφαινόταν πως το λαϊκό σώμα ήταν έτοιμο να αφήσει τον κακό εαυτό του πίσω. Εμπεδώνοντας, ένεκα των… λογίων πως είναι απόγονος του ένδοξου Περικλή και πως η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, είπε ανακουφισμένος «δεν βαριέσαι και του χρόνου να’ μαστε καλά, όλα θα γίνουν»…
Παρά τους κατά καιρούς θριάμβους που επετεύχθησαν συλλογικά (1912-13, 1940-44) καθώς και τα μεγάλα οικονομικά επιτεύγματα (Τρικούπης, δεκαετία ’50-‘60), ο Έλληνας έμεινε δέσμιος του κακού εαυτού του. Η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αιματηρό Εμφύλιο που ακολούθησε, για να δοθεί τελικά η χαριστική βολή στην μεταπολίτευση, με κορύφωση την ένταξή μας στις υπερεθνικές δομές της ΕΕ. Τίποτα το κακό με την ενσωμάτωσή μας στην Ευρώπη. Ωστόσο, αυτή δεν έγινε με ισότιμους όρους και από τις δυο πλευρές. Οι πολιτικοί μας δεν μπόρεσαν να προβλέψουν τις δυσάρεστες συνέπειες για έναν ανατολίτη λαό που δεν έβλεπε την Δύση ως συνέταιρο, αλλά ως τη «γη της επαγγελίας». Τα ίδια συναισθήματα επικράτησαν και από την πλευρά της Δύσης, η οποία βλέπει από τότε την Ελλάδα ως τόπο διαμονής μετά τη σύνταξη και όχι συνεταίρο. Η στάση που κρατάει απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις μαρτυρούν του λόγου το αληθές.
Η είσοδός μας στην ΕΕ, έγινε κάτω από «επείγουσες συνθήκες» το 1981 και χωρίς πρόβλεψη για το πώς αυτός ο ιστορικός λαός θα μπορέσει να προσαρμοστεί στους νέους μηχανισμούς. Οι γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής (κρίση με την Τουρκία μετά την εισβολή του 1974 στην Κύπρο) ανάγκασαν την τότε πολιτική ηγεσία να βάλει άρον άρον την χώρα στην ΕΟΚ, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα αποκτούσε ομπρέλα έναντι στον τουρκικό κίνδυνο. Ταυτόχρονα πίστεψαν πως θα «ολοκληρωνόταν» η… ευρωποίηση του Έλληνα, ο οποίος επιτέλους θα έκοβε πια την κακή συνήθεια να… φτύνει κάτω. Όσο η μεταπολίτευση προχωρούσε, ολοένα και περισσότεροι καλοθελητές από κάθε φάσμα του δημόσιου βίου, (πολιτικοί, οικονομολόγοι, διανόηση) άρχισαν να λοιδορούν τα βασικά στοιχεία της παράδοσης του Έλληνικού πολιτισμού (ήθη, έθιμα, παραδόσεις) ενώ στον αντίποδα, γνώριζαν δόξες τα τηλεβιβλιοπωλεία με τις θεωρίες «fast food», που ήθελαν τους Έλληνες περιούσιο λαό της ομάδας «Ε» με καταγωγή από το… φεγγάρι. Και όλα αυτά συνέβησαν κατά τη διάρκεια ενός παρασιτικού εκσυγχρονισμού που πλασαρίστηκε άτσαλα, ιδιαίτερα την δεκαετία του ’90 και ο οποίος υποτίθεται θα μας οδηγούσε στον ευρωπαράδεισο. Σαν να μην έφτανε ο ευρωλιγουρισμός, στο τέλος ήρθε το Ευρώ το 2001και οι Ολυμπιακοί Αγώνες τρία χρόνια μετά. Η Ελλάδα τρίκλιζε μεθυσμένη για πάνω από μια δεκαετία μεταξύ μεσημεριανών εκπομπών ατελείωτου κουτσομπολιού και του θριάμβου της Πορτογαλίας, ενώ δεν έκανε τίποτα για να εξανθρωπίσει την τηλεόρασή της και το κατεστραμμένο εγχώριο ποδόσφαιρο.
Οι αισιόδοξοι «διανοούμενοι»
Που είναι οι διανοούμενοι; Αυτή την ερώτηση κάνουν συχνά όσοι προσπαθούν να βρουν τις αιτίες της κατάντιας μας. Όμως οι διανοούμενοι είναι εδώ. Δυστυχώς, όχι στις συνοικίες και τα βιβλιοπωλεία να μιλούν με τον κόσμο, ούτε περνούν πολλές ώρες πάνω από την πένα τους γράφοντας για το κοινό καλό. Οι περισσότεροι διάλεξαν κομματικά στρατόπεδα και εσχάτως μαζί με δημοσιογράφους διατεταγμένης υπηρεσίας, μετεξελίχθησαν σε ρήτορες μιας ψευτοπροοδευτικότητας, προτρέποντας τους ακροατές τους σε «δολοφονία» της ελληνικής ιδιοπροσωπίας για χάρη του εκσυγχρονισμού! Μάλιστα, αρκετοί από αυτούς προσπαθούν να πείσουν τους «τηλεθεατές» τους για την επικείμενη «έξοδο» από το μνημόνιο, χωρίς να βλέπουν αν πράγματι ο Έλληνας είναι έτοιμος να αφήσει πίσω τον παλιό κακό του εαυτό και δεν θα… υποτροπιάσει.
Οπωσδήποτε, μετά το φετινό καλοκαίρι, θα φανεί αν η χώρα είναι έτοιμη να κοιτάξει το μέλλον στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις, παράγοντας εγχώριο πλούτο. Ωστόσο, με την τουρκική προκλητικότητα να γίνεται όλο και πιο έντονη, με την υπογεννητικότητα να καλπάζει, τον γεωργικό τομέα να βαριανασαίνει και τους αυξημένους φόρους να μην αφήνουν περιθώρια ανάπτυξης και επιχειρηματικότητας, αναρωτιέται κανείς αν η χιλιοτραγουδισμένη έξοδος από το τούνελ του μνημονίου οδηγήσει σε ανάπτυξη ή σε γκρεμό.
*Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι δημοσιογράφος. Έχει σπουδάσει Σύγχρονη Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις στο πανεπιστήμιο Metropolitan του Λονδίνου.
[the_ad id=”17504″]
















Leave a comment