Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας∗
Στον δημόσιο λόγο της σύγχρονης Ελλάδας παρατηρείται συχνά ένα παράδοξο φαινόμενο: πολλοί Έλληνες αντιμετωπίζουν τη χώρα τους με μόνιμη καχυποψία, έως και αποδοκιμασία. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «ιδιαίτερη περίπτωση αποτυχίας», ο πολιτισμός της ως παρελθοντολαγνεία χωρίς συνέχεια, η ιστορία της ως άχθος που δεν μεταφράζεται σε παρόν. Η αυτοκριτική, βεβαίως, είναι αναγκαία για κάθε ζωντανή κοινωνία. Όταν όμως μετατρέπεται σε συστηματική απαξίωση, παύει να είναι δημιουργική και γίνεται αυτοϋπονόμευση.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική· επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε το συλλογικό μας «εμείς». Όταν η χώρα εμφανίζεται διαρκώς ως πρόβλημα, οι πολίτες δυσκολεύονται να επενδύσουν συναισθηματικά και πολιτικά σε αυτήν. Έτσι, η απογοήτευση αναπαράγεται, η ευθύνη μετατίθεται αλλού και η ιστορία αντιμετωπίζεται είτε ως τουριστικό ντεκόρ, είτε ως ενοχλητική σύγκριση που «δεν αντέχουμε».
Αν αντιπαραβάλουμε αυτή τη νοοτροπία με την Περίκλεια ρητορική, η αντίθεση είναι εντυπωσιακή. Στον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον διασώζει ο Θουκυδίδης, ο Περικλής δεν εξυμνεί την πόλη του από αφέλεια ή αλαζονεία. Αντίθετα, συγκροτεί έναν λόγο πολιτειακού αυτοσεβασμού: παρουσιάζει την Αθήνα ως παράδειγμα ελευθερίας, ισονομίας, συμμετοχής και πολιτισμικής ακμής, όχι για να αποκρύψει τα ελαττώματά της, αλλά για να δείξει γιατί αξίζει να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα του.
Ο Επιτάφιος δεν είναι απλή ωραιοποίηση. Είναι μια πολιτική πράξη μνήμης και προσανατολισμού. Ο Περικλής μιλά για τους θεσμούς, τα ήθη, την καθημερινή ζωή, τη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου χώρου. Δεν περιορίζεται στο ένδοξο παρελθόν· επιμένει στο παρόν της πόλης ως ζωντανής εμπειρίας. Η υπερηφάνεια που εκφράζει δεν αναιρεί την κριτική σκέψη, αντίθετα τη συμπεριλαμβάνει. Μόνο όποιος σέβεται τον εαυτό του μπορεί να τον διορθώσει.
Σήμερα, αντίστοιχα, η κριτική της Ελλάδας συχνά στερείται αυτού του θεμελίου. Αντί να ξεκινά από την αναγνώριση όσων έχουν επιτευχθεί – θεσμικών, πολιτισμικών, κοινωνικών – ξεκινά από τη γενίκευση της αποτυχίας. Η ιστορία αντιμετωπίζεται ως «μύθος», η πολιτισμική συνέχεια ως «κατασκευή», και κάθε αναφορά σε συλλογική αξία ως ύποπτη εθνικισμού. Το αποτέλεσμα δεν είναι μεγαλύτερη διαύγεια, αλλά κυνισμός. Μάλιστα, η κυνική αυτή στάση συχνά συμπαρασύρει και κάθε κυβερνητική επιλογή που μπορεί να είναι ωφέλιμη για τη χώρα: αγοράζουμε, για παράδειγμα, στρατιωτικό οπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, δημιουργώντας συνθήκες τεχνολογικής υπεροπλίας έναντι των «γειτόνων» μας και αμέσως απαξιώνουμε ή υποβαθμίζουμε την αξία της αγοράς. Από την άλλη, συμφωνούμε με την απαξίωση του Πλάτωνα και τον αποκλεισμό της διδασκαλίας του από ξένα πανεπιστήμια, επειδή ιδεολογικά συντασσόμαστε με την πολιτική ή ακαδημαϊκή ηγεσία που προέβη σε μια τέτοια κίνηση, λησμονώντας ότι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι ίσως το σπουδαιότερο πολιτισμικό επίτευγμα του έθνους μας στο διάβα της ιστορίας του.
Η Περίκλεια στάση μας προτείνει κάτι διαφορετικό: να μιλήσουμε για τη χώρα με όρους ευθύνης και όχι αυτομαστίγωσης. Να αναγνωρίσουμε τα ελαττώματα χωρίς να ακυρώνουμε τα επιτεύγματα. Να δούμε την ιστορία όχι ως βάρος σύγκρισης, αλλά ως αποθήκη εμπειρίας και αξιών που μπορούν να μεταφραστούν στο παρόν. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο μνημεία. Είναι τρόποι συνύπαρξης, λόγου, (ανα)δημιουργίας.
Η διαφορά, τελικά, δεν είναι ανάμεσα σε «κριτική» και «υπερηφάνεια», αλλά ανάμεσα σε γόνιμη αυτογνωσία και στείρα απαξίωση. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε την πατρίδα μας, αλλά να την αναγνωρίσουμε ως κοινό εγχείρημα που αξίζει φροντίδα. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά αποσυνθέτει το συλλογικό νόημα, το παράδειγμα του Περικλή είναι επίκαιρο: χωρίς αυτοσεβασμό δεν υπάρχει πρόοδος· χωρίς κοινή αφήγηση, δεν υπάρχει κοινό μέλλον…
∗Ο Δρ. Δημήτριος Γκίκας είναι Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας
Πηγή: Νewspepper.gr
Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη
















Leave a comment