Γράφει η Μίνα Μπουλέκου∗
Μια άσβεστη κραυγή που διαπερνά τον χρόνο και αρνείται να σιγήσει· μια φωνή που μας υπενθυμίζει πως το αίμα των Ελλήνων Ποντίων, που χύθηκε άδικα, έβαψε με τα πιο μελανά χρώματα τις σελίδες της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους και συνάμα χαράχτηκε ανεξίτηλα στις καρδιές όλων μας.
Η γενοκτονία των Ποντίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας υπήρξε ένα από τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα του 20ού αιώνα. Στο διάστημα 1914-1923, και ιδιαίτερα από τις 19 Μαΐου 1919, οργανώθηκε ένα συστηματικό σχέδιο εξάλειψης της ελληνικής παρουσίας από τα εδάφη της Ανατολής. Πάνω από 350.000 Πόντιοι Έλληνες εξοντώθηκαν από το κεμαλικό καθεστώς. Μαζικές σφαγές, εξαναγκαστικές πορείες, βιασμοί, απελάσεις, απαγχονισμοί, πυρπολήσεις χωριών, πείνα και επιδημίες σημάδεψαν τον βίο ενός λαού που για αιώνες έζησε και άνθισε στις παρυφές του Εύξεινου Πόντου.
Δεν είναι απλώς οι αριθμοί των θυμάτων που προκαλούν δέος. Χάθηκαν ολόκληρες κοινότητες, παραδόσεις, εκκλησίες, σχολεία, τραγούδια, χοροί, προσευχές. Ο Πόντος δεν ήταν απλώς μια γεωγραφική περιοχή· ήταν ένας τόπος ευλογημένος, όπου το βυζαντινό πνεύμα συναντούσε το αγιορείτικο φως και ο ελληνικός λόγος ακουγόταν μέσα στα μοναστήρια και στις βουνοπλαγιές. Όταν ξεριζώθηκε ο Ποντιακός Ελληνισμός, ξεριζώθηκε μαζί του και μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη.
Κι όμως, οι Πόντιοι δεν χάθηκαν. Η γενοκτονία δεν κατάφερε να σβήσει τον Πόντο από την Ιστορία μας. Η λύρα δεν σίγησε· οι χοροί δεν έπαψαν· οι μνήμες έγιναν τραγούδια και τα δάκρυα έγιναν ρίζες που κράτησαν ζωντανή την ταυτότητα και την ψυχή ενός ολόκληρου λαού. Από τις προσφυγικές συνοικίες της Μακεδονίας μέχρι τα βουνά της Θράκης, από τις εκκλησίες που ξαναχτίστηκαν μέχρι τις ποντιακές λέξεις που ακόμα αντηχούν, ο Ποντιακός Ελληνισμός αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του, αντιστεκόμενος στη λήθη με τη γλώσσα της καρδιάς του: την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμά του.
Η μνήμη τούτη είναι ιερή. Ένα Χρέος Μνήμης που στέκει όρθιο και ακατάλυτο, θεμέλιος λίθος απέναντι στα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας. Γιατί χωρίς μνήμη, δεν υπάρχει ταυτότητα· και χωρίς δικαιοσύνη, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη. Η ανάμνηση της γενοκτονίας των Ποντίων · είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στην αδικία, είναι η φωνή εκείνων που σιώπησαν με βία. Η αναγνώριση αυτής της ιστορικής αλήθειας δεν αποτελεί πολιτική επιλογή· είναι καθολική πράξη υπεράσπισης της Ανθρωπότητας απέναντι στην απανθρωπιά και τη λήθη.
Σε έναν κόσμο που συνεχίζει να ματώνει από εθνοκαθάρσεις, πολέμους και βίαιους εκτοπισμούς, η συλλογική μνήμη γίνεται ασπίδα ενάντια στην επανάληψη του κακού. Η σιωπή είναι συνενοχή. Κι η αδιαφορία γίνεται το εύφορο έδαφος όπου ανθίζει το μίσος.
Χρέος μας είναι να διδάσκουμε, να θυμόμαστε, να τιμούμε. Να εντάξουμε την Αλήθεια στα σχολικά εγχειρίδια, στα διεθνή βήματα, στις ψυχές των επόμενων γενεών. Γιατί όποιος ξεχνά, είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει την Ιστορία του. Κι εμείς, οι Έλληνες, δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε. Όχι μόνο για τον Πόντο, αλλά για κάθε άνθρωπο που διώχθηκε επειδή τόλμησε να αγωνιστεί για το δίκιο του και τη λευτεριά του.
Χρέος όλων μας είναι να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω σε σταθερά και ακλόνητα θεμέλια, με βαθιά ριζωμένη την ιστορική μας συνείδηση. Μια συνείδηση που στηρίζεται στην αλήθεια, εμπνέεται από τη δικαιοσύνη και καθοδηγείται από την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη. Μονάχα έτσι μπορούμε να τιμήσουμε πραγματικά το παρελθόν μας και να διασφαλίσουμε ένα πιο ανθρώπινο και ειρηνικό αύριο, τόσο για εμάς όσο και για τα παιδιά μας.
Τ’ αίμαν σο χώμαν έν’
(Στη μνήμη των μαρτύρων του Πόντου)
Τ’ αίμαν σο χώμαν έν’, κι ας επέρασεν ο καιρόν·
σο ράχην και σ’ εμάς, καίει την καρδίαν φως.
Εκαίγαν τα χωρία, κι εμείναμεν σ’ έναν λυγμόν,
με το σταυρόν σην πλάτην, και το Θεόν οδηγόν.
Εκόψαν μας τη ρίζα, μα έμεινεν ο σπόρον,
ανθίζ’ σο παρακάθ’ και σο τρανόν τον θρήνον·
έκαψαν εκκλησίες, εχάλασαν τα σκολεία,
κι απές, κι η Παναΐα έκλεισεν τα μάθ’ απ’ την κακία.
Σο Καρς, σο Ορντού, σο Ερζερούμ και σ’ Αργυρούπολ’,
εσπάσαν τα σχολεία, εκαούν τα μοναστήρ’.
Κι ένα μωρόν, σο κόρ’ της μάνας του σφιχτά,
ερώταν: «Μάνα, πού έν’ ο Θεός, και πού έν’ η Παναΐα;»
Ο παππούς έλεεν: «Την άνοιξην ’κεί πέρα,
το αίμαν εγένετ’ βασιλικός σο πέρα μνήμα·
και τα παιδία, δίχως μάνα και πατέρα,
επήραν τ’ όνομα, και κράντς ο κόσμον κρίμα.»
Σα στράτας εσύραμεν, πόνους κι ορφανοσύνη,
τα μάθια εγένταν θάλασσα, κι η καρδία παναγία·
οι ρίζες, που εσκάψαμε σο χώμαν με ποδάπ’,
επήραν τη μορφήν του Χριστού, και στήκαν κι εικόν’.
Σο Μαύρον Όρος κι ο Ερζερούμ, ο άνεμος αγρίκεψεν,
η γης ’κ’ εσπόρνιζεν, το ψωμίν εκόπηκεν·
κι ένα παιδίν ερώταν: «Μάνα, πού είν’ το φως της μέρας;»
κι η μάνα έκλαινεν, και θώρεν τον ουρανόν.
Μα η Παναΐα ’κρυψεν τα μάθ’ απ’ τον καημόν,
και τ’ αντάρ’ σην βουνοπλαγίαν, εγίνηκεν φωνή·
ο θρήνος εστάθηκεν προσευχή σην αυλήν,
κι εμεγάλωσεν το μωρόν με το Χριστόν οδηγόν.
Σα φώτα επαρχαία, άθαπτα μες στον καιρόν,
οι προσευχές των γεροντάδων ελάμναν με θυμίαμα·
κι ένα όνειρον, απλό, ελάλεν καθαρά:
«Ο Πόντος ’κ’ εχάθεν – ζει, σ’ όποιον ’κ’ ξιάν’ τη ρίζαν.»
Σο λόγον εμούν στέκ’ η μνήμη κι ο καημός,
για τον παππού, για την γιαγιά, για τα χαμένα σπίτια·
για τα μοναστήρια τ’ άγια και τα κάστρα τα σιωπηλά,
που αχνίζ’ σ’ εμάς το χνώτον τους, με δάκρυν και φωτίαν.
Έναν παιδίν, σο ξενιτεμόν, σην αυλήν επαίζει,
κι η γιαγιά λέει παραμύθ’ με λόγια ξεριζωμένα·
κι ανασαίν’ η μνήμη με το ψωμίν το ζυμωμένον,
και σ’ έναν κύκλον χορευτικόν ξαναγεννιέται η γενιά.
Οι λύρες ’κ’ εσίγανεν – τα νταούλια χτυπούν ακόμα,
και σο τρανόν το παρακάθ’, εγροίκησεν η γης·
με στάχταν εκάμναμε το σπίτι μας παλάτι,
κι η λέξη «Πόντος» έλαμνε σην έμορφον σιωπήν.
Τ’ αίμαν έν’ φωνή, και φωνάζ’ σην ψυήν·
όχι μ’ μίσος, μα με δίκιον – με φως, με ανθρωπίαν·
γιατί το αίμαν, άμαν στάμνεται με προσευχή,
μπορεί να γενεί ρίζα, να γενεί ζωή, να γενεί πατρίδα.
Κι ο Πόντον, ν’ αραεύ’ σο ύπνον του Θεού,
κι εμείς ανάβομε φανάρ’ σο βάθος του καημού·
να στέκει η Μνήμη άσβεστη, σην ψυήν και σ’ ελπίδα,
και να λέει το αίμαν: «Ακόμα υπάρχω – κι ατόν έν’ η πατρίδα!»
© Μίνα Μπουλέκου
∗ Η Μίνα Μπουλέκου είναι Συγγραφέας – Ποιήτρια – Αρθρογράφος – Μέλος του Ελληνικού Τμήματος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων
















Leave a comment