Του Γιώργου Καραμπελιά*
Έχω επαναλάβει αναρίθμητες φορές, τα τελευταία χρόνια, πως υπάρχει ένα και μόνο αποφασιστικό ζήτημα που μπορεί να επιτρέψει μία ανατροπή των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας, της Ευρώπης και γενικότερα του χριστιανικού κόσμου – δυτικού και ορθόδοξου. Και αυτό δεν είναι οι οικονομικές αντιθέσεις, όπως πολλοί φαντάζονται.
Πολύ σημαντικότερο είναι η μετατροπή της Τουρκίας –κάτω από την ηγεσία του Ερντογάν– σε διεκδικητή της ηγεσίας όχι απλώς των «μουσουλμάνων» αλλά του ισλαμισμού. Και ο ισλαμισμός είναι η διεκδίκηση της κυριαρχίας των μουσουλμάνων πάνω στους υπόλοιπους πληθυσμούς. Στις δυτικές κοινωνίες, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 –όπως είχε γίνει σε ένα βαθμό και στη Ρωσία μετά τον πόλεμο στο Αφγανιστάν– ο ισλαμισμός αναδεικνύεται σταδιακώς ως η κυρίαρχη εσωτερική αντίθεση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Και αυτό το δημιούργησε η «ανέμελη», για να μην πω εγκληματική, συμπεριφορά των αρχουσών ελίτ μπροστά στην ενίσχυση των μουσουλμανικών μεταναστευτικών ρευμάτων, για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς και εκμετάλλευσης ενός φτηνού εργατικού δυναμικού – λέγε με Μέρκελ και Ένωση Γερμανών Βιομηχάνων.
Συμπεριφορά η οποία παρέβλεπε ένα θεμελιώδες γεγονός ότι αυτοί οι πρόσφυγες και μετανάστες δεν είναι απλά κρέας για τα εργοστάσια, αλλά αποτελούν φορείς ενός πολιτισμικού προτύπου. Ενός προτύπου που όχι μόνο δεν είναι συμβατό με εκείνο των χριστιανικών χωρών αλλά τείνει αναπόφευκτα να αποκτήσει και επιθετικά, χωριστικά χαρακτηριστικά. Και αυτό καθώς η Ευρώπη, και στην Ανατολή και στη Δύση, βρίσκεται σε πληθυσμιακή αλλά και πολιτισμική και οικονομική υποχώρηση ενώ το ισλάμ ενισχύεται με ραγδαίους ρυθμούς, δημογραφικά και οικονομικά. Ούτως ή άλλως, το ισλάμ είναι από τη φύση του μία πολιτική θρησκεία, μια και έχει επεκταθεί μέσα από τη στρατιωτική κατάκτηση, ενώ ο Μωάμεθ ήταν ταυτόχρονα προφήτης και πολεμιστής, σε αντίθεση με τον «αμνό του Θεού».
Επομένως, η αποκλειστική ταύτιση με μία θρησκεία που διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά οδηγεί σχετικά εύκολα στην προσχώρηση στον ισλαμισμό, ιδιαίτερα μέσα στο «εχθρικό» και στην πραγματικότητα ανεκτικό πεδίο του χριστιανικού κόσμου και των δυτικών κοινωνιών. Εκεί η θρησκεία παύει να είναι –αν ήταν ποτέ στο ισλάμ– ένα απλό ατομικό ή συλλογικό γεγονός και τείνει να μεταβληθεί σε πολιτική ιδεολογία, δηλαδή σε ισλαμισμό. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ξεπεραστεί ένα ορισμένο πληθυσμιακό επίπεδο και συγκροτηθούν κοινότητες αρκετά ισχυρές ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.
Αυτές οι κοινότητες τείνουν να αποκτήσουν χωριστικά χαρακτηριστικά, όπως επεσήμανε ο πρόεδρος Μακρόν, δηλαδή συγκροτούν πολιτικο-θρησκευτικές μειονότητες στο εσωτερικό των χωρών υποδοχής. Γι’ αυτό εξάλλου και δεν προσομοιάζουν καθόλου με τα μεταναστευτικά ρεύματα άλλων λαών και άλλων εποχών, όπως επί παραδείγματι των Ελλήνων, των Ιταλών ή των Ιρλανδών στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή των Ιταλών, των Ισπανών και των Πολωνών στη Γαλλία ή τη Γερμανία. Αυτοί οι πληθυσμοί, ακόμα και όταν κρατούν μία αναφορά στη χώρα προέλευσής τους και στις παραδόσεις τους, εντάσσονται οργανικά στις χώρες υποδοχής.
Αντίθετα, στη σημερινή συγκυρία, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συμβεί με τους μεγάλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, στους οποίους ο ισλαμισμός εύκολα μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε σύνθεση εκεί μπορεί να γίνει εφικτή μόνο από τη στιγμή που οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί θα πάψουν να ορίζονται πολιτικο-ιδεολογικά με βάση τη θρησκευτική ταυτότητα αποκλειστικά, ή προνομιακά, και θα ορίζονται κατ’ εξοχήν με βάση τις πολιτικές ή ευρύτερες ιδεολογικές τους αντιλήψεις.
Αυτό ήδη συμβαίνει εν μέρει, όλο και περισσότερο, μέσα στις μουσουλμανικές χώρες, όπου ο ισλαμισμός βρίσκεται ήδη σε υποχώρηση, επί παραδείγματι στις χώρες όπου κυριαρχεί επί πολλά χρόνια, όπως στο Ιράν. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο σε πολλούς αναγνώστες, αρκεί να δει κανένας τη θεματική του νέου ιρανικού σινεμά.
Εν κατακλείδι, η ιδεολογική αλλαγή που μπορεί να κάνει ικανούς τους μουσουλμάνους να συμβιώνουν με άλλους πληθυσμούς, όταν συγκροτούν σημαντικές κοινότητες στο εσωτερικό τους, δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί και προϋποθέτει τη μείωση των μεταναστευτικών ρευμάτων και μια γενικευμένη πάλη ενάντια στα χωριστικά φαινόμενα. Και αυτό το καταλαβαίνουν πλέον με οδυνηρό τρόπο οι κυβερνήσεις και οι ελίτ χωρών όπως η Γαλλία. Κατά συνέπεια, η αντίδραση του Μακρόν απέναντι στον ακραίο ισλαμισμό, που τόσες και τόσες φορές τα τελευταία χρόνια έχει αιματοκυλίσει τη Γαλλία, αποτελεί ένα σημείο τομής για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες συνολικά.
Πέρα από τις άλλες γενικότερες συνέπειές του, το συγκεκριμένο γεγονός έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα, καθώς ο Ερντογάν εμφανίζεται ως ο ηγέτης του ισλαμιστικού κινήματος σε διεθνή κλίμακα· και, στον βαθμό που οι σουνίτες μουσουλμάνοι αποτελούν το 90% του μουσουλμανικού πληθυσμού παγκοσμίως, μπορεί επάξια να διεκδικεί αυτή τη θέση έναντι του μειοψηφικού σιιτικού ισλάμ των μουλάδων. Ο Ερντογάν, εμφανιζόμενος ως ο κατ’ εξοχήν υπερασπιστής του ευρωπαϊκού ισλαμισμού, οδηγείται σε άμεση αντιπαράθεση με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και αυτοαποκλείεται σταδιακά από την ευρωπαϊκή οικογένεια, που τόσο ασύγγνωστα και μικρομπακάλικα είχε δεχθεί να εντάξει την Τουρκία στους κόλπους της. Επομένως, μία τέτοια στάση οδηγεί αναπόφευκτα –βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα– σε σύγκρουση με την Ευρώπη. Και αυτό το γεγονός μπορεί να μεταβάλει την Ελλάδα σε πραγματικό ευρωπαϊκό σύνορο, αρκεί και η Ελλάδα να δείξει πως είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της και την ευρωπαϊκότητά της.
Αυτή η διαπίστωση μας καλεί κατ’ αρχάς σε μία άμεση, εδώ και τώρα, σύμπηξη στρατιωτικής συμμαχίας με τη Γαλλία. Παράλληλα, μπορεί να απαντήσει και σε όλους εκείνους που θεωρούν την είσοδο μουσουλμανικών μεταναστευτικών ροών στην Ελλάδα ως «ευκαιρία» είτε οικονομική είτε –άκουσον, άκουσον– ακόμα και «πολιτισμική».
Εάν η Γαλλία αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, ευρισκόμενη στο κέντρο της Ευρώπης, κατανοούμε τί μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα μια τέτοια εξέλιξη, μια προϊούσα ενίσχυση μουσουλμανικών πληθυσμών κάτω από την αιγίδα του ισλαμισμού της Τουρκίας. Εξάλλου, ήδη, σημαντικές αραβικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, με πλειοψηφικά μουσουλμανική ταυτότητα, απορρίπτουν τον ισλαμισμό των Αδελφών Μουσουλμάνων και του Ερντογάν και συμμαχούν μάλλον με την Ελλάδα.
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής.Γεννήθηκε το 1946 στην Κάτω Αχαΐα. Από το 1964 έως το 1967 ήταν φοιτητής της Ιατρικής και από το 1967 σπούδασε Οικονομία στη Γαλλία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1974. Το 1992 πήρε μεταπτυχιακό δίπλωμά από την Οικονομική Σχολή των Παρισίων (Paris VII) – η διπλωματική μελέτη του εκδόθηκε με τον τίτλο «Κράτος και Κοινωνία στη Μεταπολίτευση» από τις εκδόσεις Εξάντας, το 1991. Από το 1993 έως το 1994 διηύθυνε τον Τομέα Πρόληψης, Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης του ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά.Ιδεολογική και πολιτική δραστηριότηταΑπό το 1964 έως το 1966 συμμετείχε στη Νεολαία Λαμπράκη. Μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Φοιτητών Ιατρικής και αντιπρόσωπος στο Εθνικό Συμβούλιο της ΕΦΕΕ το 1965. Επί δικτατορίας το 1967 συνελήφθη και κρατήθηκε επί ένα μήνα στην Ασφάλεια. Τον Σεπτέμβριο του 1967 μετέβη στη Γαλλία, όπου συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στο κίνημα του Μάη του ’68, σε ελληνικές και γαλλικές οργανώσεις.Μετά τη μεταπολίτευση συνεχίζει αδιάλειπτα την πολιτική και συγγραφική του δραστηριότητα. Από το 1974 δραστηριοποιείται πολιτικά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Κατά τη δεκαετία του 1970, εργάστηκε σε εργοστάσια και οικοδομές και πρωτοστάτησε μαζί με τους συντρόφους του στη δημιουργία των εργοστασιακών σωματείων. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Γραμματείας των «Οικολόγων – Εναλλακτικών». Επίσης, ιδρυτικό μέλος της «Σπίθας» και μέλος της «Συμβουλευτικής Επιτροπής» της μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη. Όλα αυτά τα χρόνια, δραστηριοποιείται ενεργά σε κινητοποιήσεις για τα εθνικά θέματα –Κυπριακό, πόλεμος Γιουγκοσλαβίας, παράδοση Οτσαλάν, σχέδιο Ανάν, νεο-οθωμανισμός, Συμφωνία Πρεσπών– μια και θεωρεί πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εθνικού ακρωτηριασμού. Ενεργοποιείται ιδιαίτερα σε σχέση με το δημογραφικό και το μεταναστευτικό ζήτημα, ενώ θεωρεί πως ο ελληνικός πολιτισμός στη διαχρονία του αποτελεί τη μόνη ουσιαστική βάση για την ανάκαμψη ενός ιστορικού έθνους σε παρακμή.Στη Γαλλία έγραψε τα πρώτα του βιβλία. Από το 1979 έως το 1993 εξέδιδε το περιοδικό Ρήξη και συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Αυτοδιάθεση στην Κύπρο. Το 1980, μαζί με φίλους, δημιούργησε το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Από τις εκδόσεις έχουν εκδοθεί ως το 2017 πάνω από 250 τίτλοι στους τομείς του δοκιμίου, της Ιστορίας, της οικολογίας, της λογοτεχνίας, καθώς και το σύνολο του έργου του Έλληνα φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου.Από το 1995 είναι εκδότης και αρχισυντάκτης του διμηνιαίου περιοδικού Άρδην που εκδίδεται μἐχρι σήμερα. Το 2006 εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Ρήξη. Ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού» που απ’ το 2011 εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό νέος Λόγιος Ερμής. Είναι επικεφαλής του κινήματος Άρδην.Είναι στενά δεμένος με την Αθήνα και έχει συμμετάσχει σε πολλές κινητοποιήσεις για την πόλη και το περιβάλλον. Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις για το νέφος το 1979, και την πυρηνική καταστροφή του Τσερνομπίλ. Έχει εργαστεί ως διευθυντής εκπαίδευσης στο ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά.Καθώς η παγκοσμιοποίηση διαλύει έθνη και κράτη, πρωτοστατεί σε κινητοποιήσεις για Γιουγκοσλαβία, Ίμια, Οτσαλάν, Σχέδιο Ανάν, Μνημόνια, Σκοπιανό κ.λπ.Πιστεύει στην ανάγκη μιας Αθήνας πρωτεύουσας του ελληνισμού, χωρίς να υποβαθμίζεται η υπόλοιπη Ελλάδα, γιατί έτσι καταστρέφεται και υποβαθμίζεται και η ίδια η Αθήνα. Γι’ αυτό και συμμετέχει στον συνδυασμό Αθήνα για την Ελλάδα.Είναι παντρεμένος με τη γιατρό και μεταφράστρια Χριστίνα Σταματοπούλου.
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή:Liberal.gr
















Leave a comment