Του Παναγιώτη Αλιμήση
Το ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στις ΗΠΑ ήταν ένα ακόμα υπερατλαντικό ταξίδι «χαμηλής πτήσης». Πολλοί πίστευαν ότι ο Ντόναλτ Τραμπ θα υποδεχόταν τον κ. Τσίπρα με κόκκινα χαλιά και πως θα του έδινε ομπρέλα προστασίας έναντι της Τουρκίας. Αντίθετα, για άλλη μια φορά διαψευστήκαμε, καθώς ο πλανητάρχης όχι μόνο δεν μάλωσε τους γείτονες, όχι μόνο δεν τάχθηκε υπέρ των ελληνικών δικαίων στο Αιγαίο όπως αναμενόταν, αλλά δεν μίλησε καθόλου(!) έστω έμμεσα, για τον άσπονδο Ερντογάν, θέλοντας να κρατήσει τις… ισορροπίες. Αυτό άλλωστε έκαναν και οι προκάτοχοί του από το 1950 όταν είχαν απέναντί τους Έλληνες πρωθυπουργούς.
Η στυγνή πραγματικότητα του γεωπολιτικού μας κατήφορου ξετυλίχθηκε πριν λίγες μέρες μπροστά μας. Η Ελλάδα δεν διαθέτει το «καταρτισμένο» διπλωματικό και πολιτικό προσωπικό να χειριστεί μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα, (παρότι διαθέτουμε εξαιρετικούς αναλυτές) ενώ φάνηκε ότι παρά τις προσωρινά κακές σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, η δεύτερη παραμένει η αιχμή του δόρατος του ΝΑΤΟ και της Δύσης στη Μέση Ανατολή.
Και πως να μην παραμένει;… Υψηλή γεννητικότητα με μεγάλο ποσοστό εθνικής ομοιογένειας, όρεξη για δουλειά στον αγροτικό τομέα και στις τεχνολογίες με αυξανόμενη πρωτογενή παραγωγή, νέος πληθυσμός με έντονα πατριωτικά αισθήματα που μπορεί σε μικρό χρονικό διάστημα να αναπληρώσει τις απώλειες στο στρατό από τις διώξεις του Ερντογάν, διακομματική συναίνεση στα εξωτερικά ζητήματα, ισχυρή πολεμική βιομηχανία με δυναμική είσοδο στη διεθνή αγορά, κατοχή της βόρειας Κύπρου και πιθανή προσάρτησή της στο μέλλον με απρόβλεπτες συνέπειες για τον φθίνοντα ελληνισμό, ισχυρός εταίρος με τη Ρωσία-έστω προς το παρόν (συμφωνία με Gazprom κ.τ.λ)…
Ας μην γελιόμαστε επιτέλους. Ό Έλληνας πρωθυπουργός αντιπροσώπευσε μια χώρα «παρία» που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον της συμμαχίας, ούτε καν την ίδια την υπόστασή της ως έθνος-κράτος μέσα στον 21ο αιώνα. Δεκαετίες παρασιτικής ενσωμάτωσης στην Δύση, διάβρωσαν τα πάντα. Έφτασε στο σημείο η Ελλάδα να μη μπορεί να εξασφαλίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στον άμεσο ζωτικό της χώρο και να αδυνατεί να βρει χρήματα για την ανανέωση του στρατιωτικού της υλικού, που σε λίγο θα είναι ένα «σπυρί» (όπως είπε ειρωνικά σύμβουλος του Ερντογάν) μπροστά στον όγκο του τουρκικού στρατού.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: Παρότι η Ελλάδα διαθέτει από τα ΚΑΛΥΤΕΡΑ -αν όχι τα καλύτερα- στελέχη στο ΝΑΤΟ σε λίγο οι ισορροπίες θα έχουν ανατραπεί σε τέτοιο βαθμό που ο ηρωισμός και ο επαγγελματισμός θα νικηθούν από τους αριθμούς. Ενδεικτικά: Μέχρι το 2023 η Τουρκία αναμένεται να έχει εντάξει στη δύναμή της 20(!) υποβρύχια τελευταίας γενιάς τύπου 214, 25 καταδρομικά πλοία ανοιχτής θαλάσσης κάποια με δυνατότητες στελθ, 100 F-35 με δυνατότητα εγχώριας κατασκευής (συν 280 F-16 τελευταίας γενιάς), το ρωσικό αντιαεροπορικό s-400 (εκκρεμεί η αγορά) βαλλιστικούς πυραύλους Yildirim με συμβατικές κεφαλές, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ διατηρεί τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο στο ΝΑΤΟ μετά την Βρετανία και τις ΗΠΑ, έχοντάς τον που αλλού; απέναντι από τα νησιά του Αιγαίου.
Στο άμεσο μέλλον, η τουρκική αεροπορία θα έχει την ικανότητα να καταρρίπτει ελληνικά μαχητικά από τη στιγμή που αυτά θα απογειώνονται… λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος. Θεωρητικά, εφόσον το σύστημα S-400 τοποθετηθεί στα παράλια της Μικράς Ασίας, οποιοδήποτε αεροσκάφος θα βρίσκεται εγκλωβισμένο με το πανίσχυρο βλήμα 40N6.
Από εδώ και στο εξής, οι αερομαχίες δεν θα είναι όπως τις ξέραμε. Οι περισσότερες θα πραγματοποιούνται με εμπλοκές πέραν του ορίζοντα, χωρίς οπτική επαφή, όπου θα κυριαρχούν τα βλήματα μέσου ή μεγάλου βεληνεκούς και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις στο έδαφος Έτσι, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς την δυνατότητα άμεσης αντίδρασης και ισοδύναμου τετελεσμένου πλήγματος στις επιτιθέμενες δυνάμεις…
Η ελληνική ηγεσία το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει, είναι να προχωρήσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις στην αναβάθμιση των F-16 (που δυστυχώς θα κοστίσει ακριβά γιατί καθυστέρησε) στην αναβάθμιση των υπόλοιπων αεροσκαφών mirage2000 σε 200-5, αγορά υποστρατηγικών πυραύλων scalp -που ήδη υπάρχουν στο ελληνικό οπλοστάσιο-, στον εκσυγχρονισμό των s-300, καθώς και σε προγράμματα εκσυγχρονισμού σε στρατό και ναυτικό (νέα τεθωρακισμένα, φρεγάτες ΜΕΚΟ και standard). Παράλληλα, επιβάλλεται πλέον η αγορά πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς για το πυροβολικό, με σκοπό να καταστρέφουν μεγάλο όγκο στρατευμάτων στο έδαφος (ο ρωσικός iskander θα ήταν μια καλή λύση αλλά…).
Όσο για την αγορά F-35, αν αυτή γίνει ποτέ, θα πρέπει να δοθούν πρώτα κάποιες εγγυήσεις. Πρώτον, να αγοραστούν με πλήρη συστήματα πλοήγησης και αυτοπροστασίας και δεύτερον να εξασφαλιστούν τα ανταλλακτικά, καθώς η Τουρκία είναι από τις χώρες που τα κατασκευάζουν και ίσως η Ελλάδα να χρειαστεί να τα… ζητήσει από τον Ερντογάν!
Θα ήταν επίσης δόκιμο να ξεκινήσουν διαβουλεύσεις με χώρες που ενδιαφέρονται να αγοράσουν παλιό στρατιωτικό υλικό, κάτι που θα επιφέρει έσοδα για την αγορά νέων οπλικών συστημάτων. Λέγεται μάλιστα πως η Ινδία και η Νότια Αφρική έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για προμήθεια «παλιού» υλικού. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση καλείται να πάρει στα σοβαρά τις επενδύσεις στον αμυντικό τομέα, δίνοντας ώθηση στην πολεμική μας βιομηχανία η οποία θα μπορούσε να καλύψει έστω ένα μικρό ποσοστό των εγχώριων αμυντικών αναγκών και αν μη τι άλλο, να δώσει θέσεις εργασίας…
Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι δημοσιογράφος. Έχει σπουδάσει ιστορία και διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο London Metropolitan















