Γράφουν οι Παναγιώτης Αλιμήσης και Παναγιώτης Σφαέλος∗
Όλο και πιο πολύ συζητιέται το τελευταίο διάστημα η πορεία των αμερικανό-κινεζικών σχέσεων, δεδομένου ότι και οι δύο υπερδυνάμεις δείχνουν ότι ετοιμάζονται για μια μεγάλη σύγκρουση στις θάλασσες της Άπω Ανατολής. Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ ισχυρίζονται ότι η Κίνα προσπαθεί να διαταράξει την «ισχύουσα τάξη» στην ανατολική Ασία, απειλώντας όμορες χώρες, ενώ οι Κινέζοι καλούν επιτακτικά τους Αμερικανούς να μην επεμβαίνουν στις εσωτερικές τους υποθέσεις, κυρίως στο ζήτημα της Ταϊβάν. Σε κάθε περίπτωση τα συμφέροντα των δύο χωρών συγκρούονται στο πεδίο της γεωπολιτικής, καθώς η ανερχόμενη στρατιωτικά και οικονομικά Κίνα, αναδεικνύεται σκοπίμως απ’ τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της, ως η νέα «Σοβιετική Ένωση». Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι ο πόλεμος που διεξάγουν οι Ρώσοι στην Ουκρανία, σταδιακά θα τους εξαντλήσει, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη στάση της ομάδας Wagner του Πριγκόζιν και θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να ξαναμπούν ως ισότιμοι παίκτες στην «παγκόσμια σκακιέρα». Συνεπώς, οι σκληροπυρηνικοί στην Ουάσιγκτον πιστεύουν ότι ο επόμενος «σοβαρός» παγκόσμιος αντίπαλος για την αμερικανική ηγεμονία είναι η Κίνα, που ελπίζουν ότι δεν θα έχει την βοήθεια της «εξαντλημένης» Ρωσίας.
Οι προκλήσεις
Σε μια μάλλον παράλογη στάση οι Δυτικοί, ενώ δεν αναγνωρίζουν στην Ταϊβάν στάτους ανεξάρτητης χώρας, εντούτοις καλούν συχνά την Κίνα να μην προκαλεί(!) και να σταματήσει να ζητά την ένωση με το νησί! Ενώ οι ΗΠΑ, εδώ και δεκαετίες έχουν καταστήσει σαφές πως το ζήτημα Κίνας-Ταιβάν είναι μια εσωτερική υπόθεση που δεν τους αφορά, ταυτόχρονα απειλούν την Κίνα με πόλεμο αν εισβάλει και την προσαρτήσει!!! Μια σειρά από προκλητικές ενέργειες όπως η πρόσφατη επίσκεψη της προέδρου του Αμερικανικού Κογκρέσου Νάνσυ Πελόζι στην Ταϊπέι, καθώς και η διέλευση αμερικανικών και καναδικών καταδρομικών πλοίων κοντά στις κινεζικές ακτές, δείχνουν ξεκάθαρα τις διαθέσεις των δυτικών έναντι του Πεκίνου.
Ενδεικτική του τοξικού κλίματος μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων ήταν και η επίσκεψη του Αμερικανού ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν στην κινεζική πρωτεύουσα, όπου διαπιστώθηκε ότι συμφωνούν… στις διαφωνίες τους. Επιπλέον, το δυτικό σύστημα, την ίδια ώρα που κατηγορεί την Κίνα για υπέρ-εξοπλισμούς, διαθέτει πάνω από 200(!) στρατιωτικές βάσεις σε όλη την Ανατολική Ασία, ενώ προχωρά σε υπέρογκους εξοπλισμούς, παραχωρώντας ακόμα και πυρηνικά υποβρύχια στην Αυστραλία (AUKUS), η οποία ουδέποτε έχει απειληθεί από τους Κινέζους! Όπως όλα δείχνουν μέσα στην επόμενα χρόνια θα υπάρξει κάποιου είδους σύγκρουση που μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για τις δύο δυνάμεις όσο και για τον πλανήτη. «Με την τρέχουσα πορεία των σχέσεων, νομίζω ότι κάποια στρατιωτική σύγκρουση είναι πιθανή» τόνισε μεταξύ άλλων ο βετεράνος Αμερικανός διπλωμάτης Χένρυ Κίσινγκερ, σε συνέντευξή του στο Bloomberg, αναφερόμενος στις κινέζο-αμερικανικές σχέσεις…
Η διαφορά αντιλήψεων
Οι Κινέζοι, έχουν δηλώσει ότι δεν ευθυμούν να αντικαταστήσουν τις ΗΠΑ ως παγκόσμια δύναμη, απορρίπτοντας έτσι το φορτικό αμερικανικό αφήγημα περί «κινεζικού ηγεμονισμού». Άλλωστε η ίδια η ιστορία της Κίνας διδάσκει ακριβώς το αντίθετο! Μεγάλο τμήμα των παραλίων της μεγάλης ασιατικής χώρας, πριν από 120 χρόνια ήταν αποικιοκρατούμενο από τους Άγγλους και τους Γάλλους, γεγονός που αναβαθμίζει τις κινεζικές θέσεις στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου που έχει υποστεί την δυτική αποικιοκρατία. Η κινέζικη αντίληψη περί διεθνών σχέσεων χαίρει εκτίμησης στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, κυρίως στην Αφρική, όπου τις τελευταίες δεκαετίες οι κινεζικές επενδύσεις έχουν προσπεράσει τις δυτικές, ενώ οι απλοί Αφρικάνοι, βλέπουν στην Κίνα σαν έναν τίμιο επενδυτή. Οι Κινέζοι δεν προσπαθούν να επιβάλουν την δική τους πολιτικό-οικομική ατζέντα στην Αφρική, σε αντίθεση με τους Δυτικούς που προπαγανδίζουν την δικό τους τρόπο ζωής, αλλά και την αντίληψη περί δημοκρατίας, ζητώντας από χώρες του τρίτου κόσμου να εκδημοκρατιστούν προκειμένου να λάβουν βοήθεια…
Πως αντιδρά η Ευρώπη
Όπως είναι αντιληπτό από τα παραπάνω, ο αυξανόμενος στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας διαμορφώνει και τις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης. Η ΕΕ φοβάται την εμφάνιση μιας νέας διπολικής παγκόσμιας τάξης και πιθανώς θέλει να αποφύγει τη ενδιάμεση θέση σε έναν πιθανό νέο Ψυχρό Πόλεμο. Αναγνωρίζει επίσης όμως ότι η άνοδος της Κίνας αποτελεί απειλή για το διεθνές παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης. Η ΕΕ είναι αναμφισβήτητα μια μεγάλη οικονομική δύναμη καθώς διαθέτει μια τεράστια ενιαία αγορά όμως στο διεθνές πεδίο δεν έχει μια ενιαία φωνή. Εξαρτάται εν πολλοίς από το ΝΑΤΟ για την αμυντική της θωράκιση ενώ η εξωτερική πολιτική αλλά και η αμυντική πολιτική της ΕΕ βασίζονται σε ομοφωνία. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ δεν μπορεί να σταθεί ισότιμα απέναντι στις άλλες υπερδυνάμεις, ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα.
Αρχικά η ΕΕ προσπάθησε να μείνει ουδέτερη στον ανταγωνισμό ΗΠΑ και Κίνας αλλά σταδιακά αρχίζει να αλλάζει στάση. Σύμφωνα με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, «η ανάγκη για ασφάλεια και έλεγχο υπερισχύει της λογικής των ελεύθερων αγορών και του ανοιχτού εμπορίου με την Κίνα». Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 29-30 Ιουνίου 2023 αποφασίστηκε ότι η ΕΕ θα επιδιώξει να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού με την Κίνα, ώστε η εμπορική και οικονομική σχέση να είναι ισορροπημένη, αμοιβαία και κοινά επωφελής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να μειώνει τις κινεζική εξάρτηση της στις αλυσίδες εφοδιασμού της, θα ελαχιστοποιήσει τους σχετικούς κινδύνους και θα προβεί στις αναγκαίες διαφοροποιήσεις. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Κίνα να πιέσει τη Ρωσία να σταματήσει τον επιθετικό της πόλεμο στην Ουκρανία και να αποσύρει αμέσως, πλήρως και άνευ όρων τα στρατεύματά της από την Ουκρανία. Η ανατολική και η νότια Σινική Θάλασσα έχουν στρατηγική σημασία για την περιφερειακή και την παγκόσμια ευημερία και ασφάλεια. Η ΕΕ ανησυχεί για τις αυξανόμενες εντάσεις στον Πορθμό της Ταϊβάν. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αντιτίθεται σε κάθε μονομερή απόπειρα αλλαγής του status quo διά της βίας ή του εξαναγκασμού.
Μάλιστα η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε μετά τη σύνοδο κορυφής ότι η διπλωματία μείωσης του Κινεζικού κινδύνου αποτελεί την κύρια στρατηγική της ΕΕ απέναντι στην Κινά καθώς επιτρέπει στην ΕΕ να είναι σκληρή με την Κίνα για ζητήματα όπως η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία , αλλά ταυτόχρονα να αφήνει ανοιχτούς διαύλους για εμπορικά θέματα και για διάλογο σε σημαντικά θέματα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη. «Η διπλωματία μείωσης του κινδύνου είναι επίσης σημαντικός για να διατηρήσουμε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας με την Κίνα σε θέματα στα οποία συμφωνούμε», είπε. Όμως τη ΕΕ πρέπει ταυτόχρονα να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα για ορισμένες κρίσιμες πρώτες ύλες, συμπεριλαμβανομένων των χημικών για τις μπαταρίες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Σε κεντρικό επίπεδο λοιπόν η ΕΕ φαίνεται να ευθυγραμμίζεται ολοένα και πιο στενά με τις ΗΠΑ ως απάντηση στην επιθετική εξωτερική πολιτική της Κίνας στην περιοχή Ινδό-Ειρηνικού. Ωστόσο, η τακτική της ΕΕ είναι πιο ήπια από αυτή των ΗΠΑ. Επίσης τα κράτη μέλη της ΕΕ παραμένουν διχασμένα ως προς τη λήψη πιο σκληρής στάσης στη σχέση τους με την Κίνα. Χώρες όπως η Λιθουανία, η Τσεχία και η Πολωνία έχουν πιέσει για μια πιο συγκρουσιακή πολιτική της ΕΕ ως προς την Κίνα. Εν τω μεταξύ, άλλες χώρες όπως η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Ελλάδα προσπάθησαν να διατηρήσουν την οικονομική συνεργασία με το Πεκίνο. Η Γερμανία θέλει επίσης να αποφύγει την αποσύνδεση από την Κίνα, δεδομένου του σημαντικού εμπορικού της πλεονάσματος.
Συνολικά, η ΕΕ πρέπει να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των δικών της ανησυχιών για την άνοδο της Κίνας και της ευθυγράμμισης με την πολιτική των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα η ΕΕ πρέπει να συνεργάζεται με την Κίνα σε τομείς αμοιβαίου οφέλους καθώς και οι δύο πλευρές έχουν συμφέρον να διαχειριστούν τις εντάσεις και να αποφύγουν την άμεση αντιπαράθεση. Η ΕΕ πρέπει να ακολουθήσει μια διπλωματική ισορροπία ανάσχεσης της Κινεζικής απειλής αλλά και της διατήρησης ανοιχτών δίαυλων συνεργασίας σε συγκεκριμένους τομείς όπως οι οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, το περιβάλλον και άλλες παγκόσμιες απειλές. Η συγκρουσιακή λογική δεν είναι πάντα η καλύτερη τακτική ιδιαίτερα για μια οικονομική κυρίως ένωση όπως η ΕΕ. Σε σχέση με την ΕΕ, οι ΗΠΑ σίγουρα είναι πιο επιθετικές έναντι της Κινάς λόγω της κυρίαρχης θέσης που κατέχουν στην παγκόσμια τάξη. Από την άλλη μεριά όμως η σκληρή στάση της Δύσης κατά της Ρωσίας και της Κινάς ίσως τις φέρνουν πιο κοντά!
∗Ο Παναγιώτης Αλιμήσης και ο Παναγιώτης Σφαέλος είναι διεθνολόγοι
















Leave a comment