Του Κώστα Ράπτη
Ο Ταγίπ Ερντογάν ποτέ δεν λέει κάτι τυχαία. Και ο “προβληματισμός” που διατύπωσε δημοσίως προ τριημέρου σχετικά με την ποινή που αρμόζει στον συλληφθέντα για εμπρησμό στην περιοχή του Μαρμαρίς δεν ήταν κουβέντα της στιγμής. Καταρχάς, διότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τούρκος ηγέτης διακινεί τέτοιες απόψεις. Και κατά δεύτερον, διότι οι υπ’ αυτόν υπουργοί αποδείχθηκαν πανέτοιμοι να δώσουν συνέχεια. Όπως ο υπουργός Δικαιοσύνης Μπεκίρ Μπόζνταγ, ο οποίος το Σάββατο δήλωσε ότι επανεξετάζεται όντως η επαναφορά της θανατικής ποινής, είκοσι έτη μετά την κατάργησή της. Το σχόλια του Ερντογάν “είναι οδηγία για εμάς”, δήλωσε ο αρμόδιος υπουργός και πρόσθεσε πως η Τουρκική Εθνοσυνέλευση “θα κάνει τα απαραίτητα βήματα”.
Η πυρκαγιά της περασμένης εβδομάδας, της οποίας τις επιπτώσεις επιθεώρησε ο Ερντογάν από ελικοπτέρου, κατέστρεψε 4.500 εκτάρια και οδήγησε 19 ανθρώπους στο νοσοκομείο, ενώ αποδίδεται σε έναν εμπρηστή, ο οποίος φέρεται να κινούνταν από την επιθυμία εκδίκησης για οικογενειακές διαφορές. Κυρίως όμως η πυρκαγιά αυτή ξύπνησε τις φρικτές μνήμες της περσινής πύρινης κόλασης στην νότια Τουρκία, που οδήγησε στην καταστροφή 140.000 εκταρίων.
Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η ποινή για το αδίκημα του εμπρησμού πρέπει να είναι πραγματικά “αποτρεπτική” και ανακάλεσε και το ρητό του σουλτάνου Μωάμεθ του Προθητή ότι πρέπει να αποκεφαλίζεται όποιος κόβει ένα δέντρο από τα δάση της επικράτειάς του.
Όλα αυτά αποτελούν βέβαια βολικό αντιπερισπασμό απέναντι στις καταγγελίες των κατοίκων για την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού στην πρόληψη και αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Άλλωστε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και οι σύμμαχοί του στο Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης καταψήφισαν στην Εθνοσυνέλευση τις προτάσεις για τη σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις πυρκαγιές.
Αντ’ αυτού, ο υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού δήλωσε ότι “όσο και αν δεν ακούγεται ευχάριστη” η επαναφορά της θανατικής ποινής “χρειάζεται σκληρή τιμωρία της ανευθυνότητας”.
Στην πραγματικότητα, η επαναφορά της θανατικής ποινής είναι για τους κυβερνώντες την γείτονα το κύριο ζητούμενο και τα επιχειρήματα προσαρμόζονται κάθε φορά στην επικαιρότητα.
Ήδη από την επαύριο της απόπειρας πραξικοπήματος του 2016 ο Ταγίπ Ερντογάν είχε αρχίσει να διακινεί την ιδέα, αποκαλύπτοντας εμμέσως ότι το “όπλο” της θανατικής ποινής το επιφυλάσσει κυρίως στους πολιτικούς του αντιπάλους. Τότε ήταν που επενέβη ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δηλώνοντας ότι τυχόν επαναφορά της θανατικής ποινής θα σημάνει τον τερματισμό της ευρωενωσιακής υποψηφιότητας της Τουρκίας. Αλλά, βέβαια, στις μέρες μας η υποψηφιότητα αυτή δεν σημαίνει και πολλά, ώστε να λειτουργήσει ως κίνητρο.
Ο τελευταίος γνωστός θανατοποινίτης στην Τουρκία ήταν ο μέχρι σήμερα έγκλειστος στο νησί του Ιμραλί ηγέτης του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν, η καταδίκη του οποίου μετατράπηκε σε ισόβια, στο πλαίσιο των πολιτικών μεταρρυθμίσεων με βάση τα “κριτήρια της Κοπεγχάγης”, που οδήγησαν στην κατάργηση της θανατικής ποινής το 2002.
Η τουρκική κοινή γνώμη δεν είναι απαθής. Σύμφωνα με έρευνα της Metropoll το 2011, το 65% των ερωτηθέντων συμφωνούσε με την επαναφορά της θανατικής ποινής για ορισμένα αδικήματα, ενώ το 2019 σε δημοσκόπηση της ORC το 71,1% των Τούρκων συμφωνούσε με την θανατική ποινή για τους ενόχους παιδικής κακοποίησης, γυναικοκτονίας και τρομοκρατικής δράσης.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ζήτημα πρόκειται να μετατραπεί από τους κυβερνώντες σε “σημαία” ταυτοτικής συσπείρωσης, όπως λ.χ. συνέβη με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, διότι όσο εντονότερη αντίδραση από πλευράς της Δύσης συναντά μια κυβερνητική πρωτοβουλία τόσο περισσότερο ενισχύει το αφήγημα ότι ο Ερντογάν βαδίζει “κόντρα στο ρεύμα” και δίνει στην Τουρκία την ευκαιρία να πολιτεύεται με βάση “τα δικά της χαρακτηριστικά”.
Πηγή: Capital.gr
















Leave a comment