Του Δρ. Παναγιώτη Σφαέλου∗
Η δημιουργία της βυζαντινής έννομης τάξης ολοκληρώθηκε με τη μονοκρατορία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη, εγκαθιδρύθηκε το πολίτευμα της «δεσποτείας», και εδραιώθηκε ο χριστιανισμός. Μάλιστα, η πρώτη περίοδος δημιουργίας του βυζαντινού δικαίου συμπίπτει με την τελευταία φάση της εξέλιξης του ρωμαϊκού δικαίου, με αποκορύφωμα τον Ιουστινιάνειο Κώδικα.
Η νομική φυσιογνωμία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας διαμορφώθηκε μέσω της μετεξέλιξης της έννομης τάξης από «ρωμαϊκή» σε «βυζαντινή», υπό την επίδραση ποικίλων παραγόντων που θα αναλύσουμε παρακάτω. Πάντως, είναι γεγονός ότι από τον 6ο αιώνα και μετά μπορεί να γίνει λόγος για τη δημιουργία βυζαντινού δικαίου. Σε αυτή την εργασία, θα αναλύσουμε τα κυριότερα νομοθετικά έργα του βυζαντίου καθώς και τους παράγοντες έχουν επηρεάσει το περιεχόμενο και την δομή τους.
Τα κύρια νομοθετικά έργα του Βυζαντίου
Στο βυζάντιο ο αυτοκράτορας είναι ο μόνος αρμόδιος για την παραγωγή νόμων. Κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός κειμένου με κανονιστικό περιεχόμενο ως νόμου αποτελούσε η αυτοκρατορική του προέλευση. Τα κυριότερα νομοθετικά έργα του βυζαντίου είναι τα ακόλουθα.
- Θεοδοσιανός Κώδικας
Ο Θεοδοσιανός Κώδικας αποτελεί την πρώτη απόπειρα κωδικοποίησης του υπάρχοντος ρωμαϊκού δικαίου από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας αποτελείται από δεκαέξι βιβλία, το καθένα από τα οποία χωρίζεται σε τίτλους και νόμους που αφορούν κυρίως στο ιδιωτικό, στρατιωτικό, ποινικό και εκκλησιαστικό δίκαιο. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας θεωρείται ίσως το σπουδαιότερο επίτευγμα της βασιλείας του Θεοδοσίου Β’ αποτελώντας μια σημαντική πηγή μελέτης των κοινωνικών συνθηκών της εποχής και βάση για τη σύνταξη ανάλογων κωδίκων στα κράτη της Δύσης.
- Ιουστινιάνειος Κώδικας (Corpus Juris Civilis)
Το πιο σημαντικό νομοθετικό έργο του Βυζαντίου ήταν ο Ιουστινιάνειος Κώδικας, ο οποίος αναδιοργάνωσε εκ βάθρων το βυζαντινή έννομη τάξη και, κυρίως, κωδικοποίησε όλο το προϋπάρχον δίκαιο. Ο κύριος στόχος του Ιουστινιανού ήταν να θέσει τέρμα στην αβεβαιότητα και την ασάφεια που υπήρχε στη νομοθεσία τους προηγούμενους αιώνες.[1] Μετά τη στέψη του ως αυτοκράτορας, ο Ιουστινιανός, οργάνωσε το υλικό των αυτοκρατορικών διατάξεων που προϋπήρχαν. Σύστησε μια επιτροπή ειδικών νομικών για να συλλέξουν σε μια συλλογή τις αυτοκρατορικές διατάξεις που προϋπήρχαν ως τρείς κώδικες. Η επιτροπή είχε ως άμεσο σκοπό να αναδιατυπώσει τα κείμενα των νόμων με σαφήνεια. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας εκδόθηκε το 529 μΧ. και αποτελείτο από δώδεκα βιβλία[2]. Σύντομα, πάντως, έγινε αντιληπτό ότι η Ιουστινιάνεια νομοθεσία έχρηζε αναθεώρησης και έτσι ένα νέος κώδικας δημοσιεύθηκε το 534 μΧ., αντικαθιστώντας την προηγούμενη έκδοση του 529μΧ. Οι νομοθεσίες του Ιουστινιάνειου Κώδικα λάμβαναν τις εξής μορφές:
- Πανδέκτες (Digesta): Οι πανδέκτες ήταν μια σειρά ανθολογημένων αποσπασμάτων από τα έργα των νομικών με διαφορετικό περιεχόμενο από τον κώδικα ο οποίος περιείχε αυτοκρατορικές διατάξεις.[3]
- Εισηγήσεις (Instituta): Οι εισηγήσεις συνόψιζαν τις κυριότερες νομοθεσίες της Αυτοκρατορίας και είχαν την ισχύ νομού.[4]
- Νεαρές (Novellae Consitutiones): Διατάξεις που ανήκαν στους γενικούς νόμους και δημοσιεύονταν μεμονωμένα και από τον 5ο αιώνα και μετά χαρακτηρίζονταν ως Nεαραί.[5]
- Εκλογές ή Πρόχειροι νόμοι
Οι εκλογές ή πρόχειροι νόμοι ήταν νομοθετήματα που βασίζονταν σε προγενέστερο υλικό, αλλά είχαν υποστεί επεξεργασία ως σύνολο και είχαν επισήμως δημοσιευθεί ως νόμοι.[6]
- Βασιλικά νομοθετήματα
Τα βασιλικά νομοθετήματα αναγνωρίστηκαν επίσημα τον 12ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό ως «ισχύον δίκαιο», που θα υποκαθιστούσε την Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση. Τα βασιλικά νομοθετήματα αποτέλεσαν την κύρια νομοθεσία του Βυζαντίου μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης,
- Αυτοκρατορικά χρυσόβουλα
Από τον 11ο αιώνα και μετά, πολλαπλασιάζονται τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, δηλαδή έγγραφα που έφεραν την χρυσή σφραγίδα του αυτοκράτορα. Αυτά είχαν μεν κανονιστικό περιεχόμενο, είχαν δε περιορισμένο αριθμό αποδεκτών, καθώς συνήθως εξασφάλιζαν προνόμια, ενώ η λειτουργία τους μέσα στο σύστημα της βυζαντινής νομοθεσίας δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένη.
- Αυτοκρατορικές αποφάσεις επί διοικητικών ζητημάτων
Οι αυτοκρατορικές αποφάσεις επί διοικητικών ζητημάτων είναι νομοθετήματα που καταγράφονται σε έγγραφα, όπως τα προστάγματα, οι ορισμοί, τα σιγίλια κ.ά.
Οι κύριοι παράγοντες που επηρέασαν τα Βυζαντινά νομοθετικά έργα
Η διαμόρφωση της βυζαντινής πολιτείας επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τρείς παράγοντες: i) την ρωμαϊκή κληρονομιά, ii) τον χριστιανισμό, και iii) την ελληνιστική παράδοση. Ας δούμε τους ανωτέρω παράγοντες πιο αναλυτικά.
- Ρωμαϊκή κληρονομιά
Η κρατική οντότητα του βυζαντίου διαμορφώθηκε επηρεασμένη από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κύριο γνώρισμα της ήταν η μονοκρατορία του Μ. Κωνσταντίνου, γεγονός που δηλώνει τη ρωμαϊκή κληρονομιά του Βυζαντίου. Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης αποτέλεσε ουσιώδη παράγοντα της Αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυσή της. Έτσι, η ισχύς του ρωμαϊκού δικαίου όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε στη θεωρία, αλλά επιβεβαιώθηκε και στην πράξη. Το πολίτευμα της Δεσποτείας είχε, άλλωστε, εγκαθιδρυθεί ήδη από τον 3ο μΧ. αιώνα ενισχύοντας σημαντικά τις εξουσίες του αυτοκράτορα, που αποτέλεσε πλέον τον μοναδικό φορέα νομοθετικής εξουσίας. Από τον 3ο μέχρι τον 5ο αιώνα χρονολογούνται οι πρώτες κωδικοποιήσεις των νόμων, καθώς και οι πρώτες προσπάθειες για διατήρηση των έργων των κλασικών ρωμαίων νομικών, που καταλήγουν τον 6ο αιώνα στη μεγάλη κωδικοποίηση των νόμων από τον Ιουστινιανό.
Η λεγόμενη «Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση», που ορθώς θεωρείται ως η τελευταία φάση εξέλιξης του ρωμαϊκού δικαίου, αποτέλεσε συγχρόνως και βασικό θεμέλιο για το μεταγενέστερο δίκαιο, ενώ η παρουσία της, σε πλήρως εξελληνισμένη μορφή, διαπιστώνεται μέχρι τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες.[7] Υπήρξαν, άλλωστε, θεσμοί και κλάδοι του δικαίου, για τους οποίους οι ρωμαϊκές διατάξεις διατηρήθηκαν εν ισχύ καθ’ όλη την βυζαντινή περίοδο. Έτσι, κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων ίσχυε, κατά βάση, η γενικευμένη από τον 3ο αιώνα «έκτακτη διαδικασία» (cognitio extraordinaria ή extra ordinem), το ενοχικό και εμπράγματο δίκαιο ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν από το ρωμαϊκό, ενώ τα ηλικιακά όρια για τη δίκαιοπρακτική ικανότητα και την τέλεση γάμου παρέμειναν σταθερά.
- Χριστιανισμός
Οι αρχές του βυζαντινού δικαίου εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από τον χριστιανισμό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλοι οι αυτοκράτορες εμφορούνται από χριστιανικά ιδεώδη, και αυτό είναι εμφανέστατο στα νομοθετήματά τους. Άλλωστε, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, πως η χριστιανική πίστη αποτέλεσε βασικό δομικό συστατικό του βυζαντινού κράτους. Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος ορθώς διέγνωσε πως η συνέχιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στηρίζονταν πάνω σε τρεις πυλώνες. i) το πλούσιο ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας, ii) την ρωμαϊκή διοίκηση και iii) τον χριστιανισμό. Αναφορικά δε με τον χριστιανισμό, η νέα θρησκεία είχε αναπτύξει ιδιαίτερα μεγάλη δυναμική μετά την παύση των τελευταίων διωγμών επί Διοκλητιανού και εγγυόταν την συνοχή του ετερόκλητου πληθυσμού της Αυτοκρατορίας και της πολυπολιτισμικής φυσιογνωμίας της. Έτσι, το κύρος και η δύναμη της Εκκλησίας αυξήθηκαν κατακόρυφα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την υπογραφή του Εδίκτου των Μεδιολάνων (313) και την εύνοια του Μ. Κωνσταντίνου. Αργότερα, η χριστιανική πίστη κατέστη ισότιμος με τις άλλες θρησκείες, στην συνέχεια είχε προνομιακή μεταχείριση για να φθάσει να καθιερωθεί ως επίσημη θρησκεία σε όλη την επικράτεια της ενωμένης τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Θεοδόσιο.
Όλα τα παραπάνω εξελικτικά βήματα εμπεριέχονταν σε διάφορα αυτοκρατορικά διατάγματα, τα οποία αποτέλεσαν μετέπειτα νόμους του κράτους. Ενδεικτικό, μάλιστα, του αυξημένου αυτοκρατορικού ενδιαφέροντος για τα εκκλησιαστικά ζητήματα, ήταν πως ο Ιουστινιάνειος Κώδικας, αφιέρωνε το πρώτο από τα δώδεκα βιβλία του στο εκκλησιαστικό δίκαιο. Ο συγκεκριμένος αυτοκράτωρ, μάλιστα, επεδίωκε να ασκήσει την εξουσία του «κατά μίμησιν» Θεού[8]. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, έπρεπε, να ακολουθήσει συγκεκριμένους κανόνες και υποδείγματα, ώστε να είναι αρεστός στον Θεό αλλά και να εμπνέει και εμπιστοσύνη στους υπηκόους του.
Όσον αφορά τώρα αυτό καθεαυτό εκκλησιαστικό δίκαιο, έχουμε διάφορες συλλογές, όπως η «Συναγωγή»,[9] μία συλλογή προγενεστέρων ιερών κανόνων. Άλλη συλλογή ήταν ο «Νομοκάνων»[10], ένα έργο όπου η τελική έκδοσή του έγινε από τον Θεόδωρο Βαλσαμώνα[11] τον 12ο αιώνα. Μάλιστα, υπάρχει διάχυτη η άποψη, τόσο από τον Βαλσαμώνα, όσο και από τον Ματθαίο Βλάσταρη[12] μεταγενέστερα, πως, οι εκκλησιαστικοί κανόνες μπορούν να εξισωθούν με τις «Θείες Γραφές»[13] και ότι οι νόμοι απλώς συμπληρώνουν τους εκκλησιαστικούς κανόνες.
Επίσης, την υστεροβυζαντινή εποχή, παρατηρείται μια αύξηση των αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, κυρίως λόγω της Νεαράς 27[14] του Αλεξίου του Α΄, όπου γίνεται η μεταβίβαση ορισμένων τέτοιων αρμοδιοτήτων, κυρίως οικογενειακών και κληρονομικών υποθέσεων. Περαιτέρω, η δικαστική δικαιοδοσία της εκκλησίας επεκτάθηκε σε μία σειρά αρμοδιοτήτων, πέρα από εκείνες που όριζε η ανωτέρω Νεαρά, όπως η τοκογλυφία, η σύνταξη συμβολαίων και άλλα. Η πρακτική αυτή ουδέποτε συνάντησε αυτοκρατορική αντίδραση, καθώς αποδέσμευε σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα πολιτειακά δικαστήρια από έναν μεγάλο όγκο υποθέσεων. Είναι αδιαμφισβήτητο, πάντως, πως στο διάβα των αιώνων, η ισχύς του αυτοκράτορα έβαινε συνεχώς φθίνουσα.
- Ελληνιστική παράδοση
Μετά το 212 μΧ, η ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη απονεμήθηκε στη συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων της Αυτοκρατορίας και, συνεπώς, η αρχή της προσωπικότητας του δικαίου που ίσχυε στους αυτοκρατορικούς χρόνους έχασε την σημασία της. Έτσι, όλες οι προσωπικές σχέσεις διέπονταν πλέον από το ρωμαϊκό δίκαιο. Η μακραίωνη, όμως, εφαρμογή τοπικών κανόνων δικαίου, κυρίως ελληνικής προέλευσης, οδήγησε στην διατήρησή τους αλλά και στην απορρόφηση κάποιων εξ αυτών στο γραπτό δίκαιο. Το τελευταίο αυτό φαινόμενο εντάθηκε όταν η Αυτοκρατορία είχε πλέον περιοριστεί στις παλιές ανατολικές περιοχές της και οι νόμοι απευθύνονταν κατά κύριο λόγο σε πληθυσμούς με ελληνιστική νομική παράδοση.
Η επίδραση αυτής της παράδοσης παρατηρείται κυρίως στο οικογενειακό δίκαιο, στο κληρονομικό δίκαιο, στο ενοχικό δίκαιο, καθώς και στο εμπράγματο δίκαιο, με την ένταξη του, πιθανότατα ελληνιστικής προέλευσης, θεσμού της «προτίμησης» στη βυζαντινή έννομη τάξη μετά τον 10ο αιώνα.
Συμπεράσματα
Το βυζαντινό οικοδόμημα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη νομοθεσία του. Οι κύριοι άξονες, πάνω στους οποίους κινήθηκε το ρωμαϊκό δίκαιο, σε όλη την βυζαντινή περίοδο ήταν ο αυτοκράτορας και η εκκλησία. Όλο αυτό το διάστημα, η συνύπαρξη τους πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Άλλοτε υπήρξε αρμονική και άλλοτε κατέληγε σε έντονες αντιπαραθέσεις με σύνηθες αποτέλεσμα την αντικατάσταση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από τον αυτοκράτορα. Οι βυζαντινοί ηγεμόνες είχαν ενδυθεί τον μανδύα του «ελέω θεού μονάρχη».
Παρομοίως κινήθηκε και η εκκλησία, οι εκπρόσωποι της οποίας επωφελήθηκαν ποικιλοτρόπως μέσω πολλών διατάξεων, καθώς και «χρυσόβουλων λόγων»,[15] όπου τους δίδονταν πολλά προνόμια, ως ένδειξη σεβασμού εκ μέρους των αυτοκρατόρων για την θρησκεία. Πολλά νομοθετικά έργα, όμως, εμπνέονταν και από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και της μέριμνας για τους φτωχούς, όπως η βελτίωση της θέσης των γυναικών και η φιλανθρωπία.
Παρόλο που το βυζαντινό κράτος λειτουργούσε με απολυταρχισμό, εντούτοις ενδιαφερόταν και για τη δικαιοσύνη αλλά και την παροχή ισονομίας στους υπηκόους του, ενώ ως κύριο αντιστάθμισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία λειτούργησε κυρίως η εκκλησία, όπως επίσης και η ελληνική παιδεία ορισμένων αυτοκρατόρων. Πάντως, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι το ρωμαϊκό δίκαιο όπως κωδικοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό παραμένει η βάση των νομικών συστημάτων της Ελλάδας αλλά και των περισσοτέρων χωρών της δυτικής Ευρώπης και αυτή είναι η μεγάλη συμβολή του Βυζαντίου στην νομική επιστήμη.
Υποσημειώσεις
[1] Μ. Ανάστος, σελ. 324
[2] Μ. Ανάστος, σελ. 325
[3] Μ. Ανάστος 326
[4] Μ. Ανάστος 327
[5] Μ. Ανάστος, σελ.328
[6] Μ. Ανάστος, σελ. 219
[7] Μ. Ανάστος, σελ. 326.
[8] Β. Πέννα, σελ. 53
[9] Μ. Ανάστος, σελ: 226
[10] Στο ίδιο σελ. 346
[11] Στο ίδιο: 346
[12] Στο ίδιο: 346.
[13] Στο ίδιο: 346.
[14] Στο ίδιο: 345
[15] Β. Πέννα, σελ. 58
∗Ο Παναγιώτης Σφαέλος είναι Νομικός-Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων (AEJ) και της Ένωσης Συντακτών Λονδίνου (NUJ). Είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Kent και διδάσκει στην Ελληνική Αστυνομική Ακαδημία.
















Leave a comment