Γράφει ο Αλέξανδρος Δρίβας*
Στη Σύνοδο των G20 ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε πως ΗΠΑ και Κίνα δεν θα μπουν σε ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο. Αυτή η δήλωση αντανακλά σίγουρα μια προσωρινή προσπάθεια αναβολής των σινοαμερικανικών διαφορών, όμως το ίδιο σίγουρο είναι ότι το μέλλον των σινοαμερικανικών σχέσεων δεν δείχνει να μην έχει συγκρουσιακές τάσεις. Ο νέος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, φαίνεται να επιδιώκει μια πολιτική αποσύνδεσης με την Κίνα. Κατά την ίδια περίοδο, η Γερμανία πωλεί το 25% του λιμανιού του Αμβούργου στο Πεκίνο με “fast track” διαδικασίες. Όλα αυτά, γίνονται με φόντο τον ρωσοουκρανικό πόλεμο ο οποίος επέφερε (και συνεχίζει να επιφέρει) τεράστιες συνέπειες σε όλους τους εμπλεκόμενους. Μια από αυτές τις συνέπειες, ήταν η βίαιη αποσύνδεση της ευρωπαϊκής οικονομίας από τη ρωσική.
Το μεγάλο ερώτημα που πλανάται είναι αν μετά την ευρω-ρωσική ενεργειακή αποσύνδεση, ακολουθεί μια αντίστοιχη ευρω-σινική.
Η επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Μακρόν στις ΗΠΑ, έδειξε πως οι ΗΠΑ με την Ε.Ε. προσπαθούν να επανοικοδομήσουν τις σχέσεις τους πάνω σε μια νέα βάση και κυρίως, σε μια νέα εποχή. Οι Γάλλοι ζητούν από τους Αμερικανούς να έχουν τα “κλειδιά” της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, το Παρίσι θεωρεί ότι το Βερολίνο δε χειρίστηκε καλά το “E.U.-project”και δεδομένης της μεγάλης φθοράς που υφίσταται η Γερμανία μετά το τέλος των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία, ο Μακρόν φαίνεται να είναι έτοιμος να καταστήσει τη Γαλλία τη μεγάλη δύναμη της Ε.Ε. Δύο είναι τα ακανθώδη θέματα που αφορούν τις σχέσεις ΗΠΑ-Γαλλίας και ΗΠΑ-Γερμανίας και τελικά, ΗΠΑ-Ε.Ε. Το πρώτο αφορά τη μαζική μετανάστευση κεφαλαίων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ και ο προστατευτισμός των ΗΠΑ. Το άλλο θέμα αφορά την ευρωπαϊκή άμυνα. Το πόσο αυτόνομη θα είναι η Ε.Ε. σε αμυντικά θέματα από το ΝΑΤΟ και από τις ΗΠΑ. Η διαπραγμάτευση δεν εξαντλήθηκε σε μια επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στις ΗΠΑ, ούτε θα εξαντληθεί με μια αντίστοιχη συνάντηση Μπαϊντεν-Σολτς. Παρόλα αυτά, δε νοείται διαπραγμάτευση για μια νέα ισορροπημένη σχέση μεταξύ Ε.Ε.-ΗΠΑ χωρίς τον ελέφαντα στο δωμάτιο, δηλαδή την Κίνα.
Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ε.Ε.-Κίνας αποτελούν μεγάλο αγκάθι για τις σχέσεις Ουάσινγκτον-Βρυξελλών. Η Ε.Ε. έχει ελλείματα από τις εμπορικές σχέσεις της με την Κίνα, περίπου 90 δισ. ευρώ. Στα αγαθά το εμπορικό έλλειμμα της Ε.Ε. ήταν τεράστιο για το 2021 καθώς έφτασε τα 249,2 δισ. ευρώ. Η Ε.Ε ωστόσο, είναι πλεονασματική στις υπηρεσίες και στις ξένες άμεσες επενδύσεις με 20 δισ. ευρώ και 133,9 δισ. ευρώ αντίστοιχα (με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Το ζήτημα των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ε.Ε.-Κίνας είναι πολυδιάστατο και αφορά και την ασφάλεια, κάτι για το οποίο οι ΗΠΑ δείχνουν ιδιαίτερη ανησυχία μετά και το εμπάργκο εναντίον κινεζικών τεχνολογικών εταιρειών, ώστε να μην δραστηριοποιούνται στην αμερικανική επικράτεια. Για τις ΗΠΑ, το να γίνονται στρατηγικού χαρακτήρα επενδύσεις από την Κίνα στην Ευρώπη, σημαίνει οτι η Ε.Ε. παραχωρεί χώρο στην Κίνα για πολιτική επιρροή καθώς οι υποδομές (λιμάνια, σιδηρόδρομοι, δρόμοι, αεροδρόμια, υποδομές επικοινωνιών κ.ά.) χρηματοδοτούνται και χρησιμοποιούνται όχι από ιδιωτικές εταιρείες, αλλά από το ίδιο το κινεζικό κράτος, δηλαδή από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η ποσοτική χαλάρωση δεν μπορεί να συνεχίζεται εις το διηνεκές για την Ε.Ε. ώστε να χρηματοδοτούνται τα ελλείμματα και έτσι μαζί με την άνοδο των επιτοκίων, θα χρειαστούν και άλλες σκληρές αποφάσεις προκειμένου να μην αιμορραγήσει και άλλο οικονομικά η Ε.Ε.
Το θέμα μιας πιθανής αποσύνδεσης μεταξύ Ε.Ε.-Κίνας είναι ακόμη πιο περίπλοκο, καθώς η Ε.Ε. δεν έχει ενιαία γραμμή, κάτι που αποδεικνύεται συνεχώς στις Συνόδους Κορυφής. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης έδειξε τον δρόμο και αυτός φαίνεται να είναι του προστατευτισμού. Κάθε κράτος διαχειρίζεται την κρίση ενέργειας με διαφορετικό τρόπο. Το τέλος των ειδικών ρωσογερμανικών σχέσεων, φαίνεται να οδήγησε τη Γερμανία στο να πωλήσει το 25% του λιμανιού του Αμβούργου στην Κίνα. Η Γερμανία ψάχνει για νέα αντίβαρα προκειμένου να εξισορροπήσει την πλεονεκτική θέση των ΗΠΑ στα ευρωπαϊκά πράγματα, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι σινογερμανικές σχέσεις σε οικονομικό επίπεδο, έχουν ξεπεράσει τις αντίστοιχες αμερικανογερμανικές. Ο όγκος συναλλαγών μεταξύ Βερολίνου και Πεκίνου, ξεπέρασε τα 245 δισ. ευρώ (στοιχεία από το γερμανικό Federal Foreign Office). Η Γερμανία φαίνεται να είναι διχασμένη αναφορικά με τις στρατηγικές σχέσεις με το Πεκίνο. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, διαβάζεται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι αυτός του Σολτς και ο άλλος των Πρασίνων, οι οποίοι ελέγχουν το υπουργείο Εξωτερικών. Ο Σολτς θεωρεί ότι μετά το τέλος των ειδικών σχέσεων Βερολίνου-Μόσχας, η Κίνα γίνεται πιο απαραίτητη για τη γερμανική οικονομία και δεν γίνεται κατά τη διάρκεια του ρωσοουκρανικού πολέμου να ανοίξει ένα άλλο μέτωπο με τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας. Η άλλη πλευρά, είναι αυτή του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών. Η Αναλένα Μπέρμποκ και οι Πράσινοι είχαν από πριν στην προεκλογική τους ατζέντα τη μείωση των σχέσεων με αυταρχικά καθεστώτα. Η πώληση του 25% του λιμανιού του Αμβούργου στην Κίνα, σχολιάστηκε μάλλον αρνητικά από τους Πράσινους. Η πλευρά των Πρασίνων κοιτά τη Ρωσία και την οπλοποίηση των ρωσικών υδρογονανθράκων ως παράδειγμα-μάθημα και για τις σινογερμανικές σχέσεις οι οποίες πρέπει να περιοριστούν, σύμφωνα πάντα με την άποψη των Πρασίνων.
Η αποσύνδεση της Ε.Ε. από την Κίνα συνιστά την επόμενη μεγάλη συζήτηση εντός της Ευρώπης καθώς η πώληση του 25% του λιμανιού του Αμβούργου, άνοιξε ξανά τη συζήτηση της κινεζικής επιρροής στην Ευρώπη τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις ΗΠΑ. Τα εμπορικά ελλείμματα της Ε.Ε. στις σχέσεις με την Κίνα, πρέπει να περιοριστούν. Από την άλλη, η Ε.Ε. δεν αντέχει μια δεύτερη διαδοχική βίαιη αποσύνδεση με σημαντικό οικονομικό εταίρο. Η διαπραγμάτευση της νέας σχέσης ΗΠΑ-Ε.Ε., θα έχει σαν κεντρικό θέμα την αντιμετώπιση της Κίνας, καθώς ήδη τα τελευταία τρία χρόνια, οι Σύνοδοι Κορυφής του Βορειοατλαντικού Συμφώνου έχουν χαρακτηρίσει περίπου ως απειλητική την άνοδο της Κίνας. Ο προστατευτισμός των ΗΠΑ που αναγκάζει πολλές εταιρείες της Ε.Ε. να μην έχουν πρόσβαση στις ΗΠΑ, το ακριβό LNG που αγοράζει η Ε.Ε. από την Ουάσινγκτον αλλά και ο αμυντικός ρόλος της Ε.Ε., πιθανόν να οδηγήσουν σε μια ειδική εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. η οποία θα έχει όρους που θα αφορούν και την κινεζική διείσδυση στην Ε.Ε. Το ΤΤΙΡ ίσως επανέλθει στις συζητήσεις διπλωματικών, πολιτικών και οικονομικών κύκλων καθώς οι δυτικές οικονομίες δοκιμάζονται.
* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι Διεθνολόγος
Photo: Ot.gr
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή: Capital.gr
















Leave a comment