Στον Hephaestus Wien έχουμε τη χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε μια από τις πιο διακεκριμένες φωνές της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας. Η Δρ. Χρυσάνθη Γάλλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαιολογίας και Διευθύντρια του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών (CSPS) στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, μας ανοίγει την πόρτα του ακαδημαϊκού της κόσμου.
Σε μια συζήτηση που ξεκινά από τα πρώτα της βήματα και φτάνει μέχρι τη διοίκηση ενός κορυφαίου ερευνητικού κέντρου στο εξωτερικό, η Δρ. Γάλλου μας εξηγεί τι σημαίνει να είσαι “Πελοποννήσιος” μέσα στους αιώνες, αναλύει τη γοητεία της Μυκηναϊκής περιόδου, και μοιράζεται το όραμά της για την προβολή της ελληνικής κληρονομιάς παγκοσμίως.
Georg Gstrein
- Κυρία Γάλλου, πώς γεννήθηκε η αγάπη σας για την Αρχαιολογία; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα στα παιδικά σας χρόνια ή κάποιο εύρημα που σας έκανε να πείτε «αυτό θέλω να ακολουθήσω στη ζωή μου»;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Τρίπολη Αρκαδίας, σε έναν τόπο όπου η ιστορία δεν ήταν ποτέ κάτι μακρινό ή αφηρημένο, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Το οικογενειακό μου παρελθόν, με αναφορές στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στον Αρκάδα ιατρό Ιωάννη Κουντάνη, που συμμετείχε ενεργά στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912—1914), καλλιέργησε από νωρίς μέσα μου την αίσθηση ότι ανήκω σε μια μακρά αλυσίδα ανθρώπων, μνήμης και γεγονότων. Ίσως τότε να μην το συνειδητοποιούσα πλήρως, όμως αυτή η αίσθηση ρίζας και συνέχειας αποδείχθηκε καθοριστική
Το πρώτο, πραγματικά συνειδητό ερέθισμα ήρθε στην παιδική μου ηλικία, σε μια καλοκαιρινή οικογενειακή εκδρομή στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα με τον πατέρα μου, τον Κωνσταντίνο Γάλλο. Εκείνος αγαπούσε (και αγαπά) βαθιά την αρχαιολογία και είχε έναν μοναδικό τρόπο να ζωντανεύει το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις του. Θυμάμαι να ακούω για τις ψυχές των νεκρών και τις τελετουργίες του αρχαίου κόσμου και, αντί να φοβηθώ, να νιώθω έντονη περιέργεια. Εκεί γεννήθηκε ένα ερώτημα που δεν με εγκατέλειψε ποτέ: πώς οι άνθρωποι του παρελθόντος αντιμετώπιζαν τον θάνατο και τι νόημα του προσέδιδαν.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου έπαιξαν και οι καθηγητές μου στα σχολικά μου χρόνια. Άνθρωποι που δεν περιορίστηκαν στη σχολική ύλη, αλλά με δίδαξαν να σκέφτομαι, να αναρωτιέμαι και να αγαπώ την Ιστορία και τα αρχαία κείμενα. Η κα Αργυρώ Χατζηπαρασίδου, η κα Κλεοπάτρα Βολακάκη, η κα Στέλλα Λάκκα, η κα Φάνη Ζαχαριάδου—Βράτιμου, η κα Πένυ Παπαπαναγιώτου και ο κ. Γιώργος Βλάσσης υπήρξαν για μένα σημαντικά πρότυπα.
Χρόνια αργότερα, ως φοιτήτρια πλέον στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκείνη η παιδική απορία επανήλθε με μεγαλύτερη ωριμότητα. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης και μέσα από τις συζητήσεις μου με τον καθηγητή και τότε Έφορο Αρχαιοτήτων Αρκαδίας και Λακωνίας Θεόδωρο Σπυρόπουλο, ιδίως με αφορμή τα ευρήματα από το μυκηναϊκό νεκρομαντείο στο Παλαιόκαστρο Γορτυνίας, συνειδητοποίησα ότι αυτό το πρώιμο ερώτημα μπορούσε να αποτελέσει επιστημονικό αντικείμενο. Εκεί ένιωσα, ίσως για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, ότι αυτός ήταν ο δρόμος που ήθελα να ακολουθήσω.
Οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές μου σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, υπό την καθοδήγηση του διαπρεπούς καθηγητή William Cavanagh, έδωσαν σε αυτή την εσωτερική διαδρομή θεωρητική συγκρότηση και διεθνή προοπτική.
Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, συνειδητοποιώ ότι η αγάπη μου για την αρχαιολογία δεν γεννήθηκε από ένα μεμονωμένο εύρημα ή μια στιγμιαία απόφαση. Διαμορφώθηκε σταδιακά, μέσα από τόπους, αφηγήσεις, ανθρώπους και ερωτήματα που με συνόδευσαν από την παιδική ηλικία και εξακολουθούν να με απασχολούν μέχρι σήμερα.

- Από τις πρώτες σας σπουδές μέχρι τη θέση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, ποιοι ήταν οι σημαντικότεροι σταθμοί και οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε ως Ελληνίδα ακαδημαϊκός στο εξωτερικό;
Αν κοιτάξω τη διαδρομή μου από τις πρώτες μου σπουδές μέχρι τη θέση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, τη βλέπω όχι ως μια ευθύγραμμη ακαδημαϊκή εξέλιξη, αλλά ως μια πορεία γεμάτη επιλογές και συνεχή διαπραγμάτευση ανάμεσα στην έρευνα, την Ελλάδα και το διεθνές πανεπιστημιακό περιβάλλον. Από νωρίς με ενδιέφερε να θέτω ερωτήματα που αμφισβητούσαν παγιωμένες βεβαιότητες της αρχαιολογίας, μια στάση δημιουργική, αλλά συχνά απαιτητική.
Καθοριστικός σταθμός υπήρξε η διδακτορική μου διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, υπό την επίβλεψη του διαπρεπή καθηγητή William Cavanagh, με αντικείμενο τη λατρεία των νεκρών στη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Η έρευνα αυτή, που πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη της Greek Archaeological Committee UK και του Αρκαδικού Ιδρύματος Αφών Π. Μπάκαλα, αμφισβήτησε καθιερωμένες ερμηνείες για τις μυκηναϊκές μεταταφικές πρακτικές και μεταφυσικές αντιλήψεις, και χαρακτηρίστηκε από τον κορυφαίο καθηγητή αρχαιολογίας Keith Branigan ως «tour de force» για τη μελέτη του προϊστορικού Αιγαίου. Η μονογραφία μου The Mycenaean Cult of the Dead (2005) αποτέλεσε, με έναν τρόπο, το «διαβατήριό» μου στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Η μεταδιδακτορική μου έρευνα με οδήγησε στη Λακωνία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η μελέτη του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Επιδαύρου Λιμηράς και της ταφικής παράδοσης της Λακωνίας στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού — με τη στήριξη του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου, του Shelby White and Leon Levy Program (Harvard University) και του Πανεπιστημίου του Nottingham — υπήρξε επιστημονικά αλλά και προσωπικά κομβική. Η συνδυαστική ανάλυση της ταφικής αρχιτεκτονικής, των ταφικών και μεταταφικών πρακτικών και του υλικού πολιτισμού ανέδειξε τόσο τη μακρά συνέχεια των ταφικών παραδόσεων από την Πρώιμη έως την Ύστερη Εποχή του Χαλκού όσο και το γεγονός ότι η Λακωνία δεν υπήρξε ένας «σιωπηλός τόπος» μετά το 1200 π.Χ., όπως συχνά υποστηριζόταν. Η μονογραφία μου Death in Mycenaean Laconia. A Silent Place (2020) συμπυκνώνει αυτή τη μακρόχρονη και γόνιμη σχέση έρευνας με έναν τόπο που εξακολουθεί να με γοητεύει επιστημονικά.
Παράλληλα, η σύλληψη και ανάπτυξη του διεπιστημονικού εναλίου αρχαιολογικού προγράμματος στη θυθισμένη προϊστορική πόλη στο Παυλοπέτρι, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., μου έδωσε την ευκαιρία να «καταδυθώ» στα μυστικά της ενάλιας αρχαιολογίας και να βιώσω έμπρακτα τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας, με την Ελλάδα στο επίκεντρο.
Ένα εξίσου σημαντικό κεφάλαιο υπήρξε η συμμετοχή μου στην ίδρυση του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Nottingham και η ανάληψη της διεύθυνσής του από το 2012. Το Κέντρο αυτό δεν είναι απλώς ένας ακαδημαϊκός θεσμός, αλλά ένας ζωντανός χώρος ανταλλαγής ιδεών, που γεφυρώνει την ελληνική και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και την έρευνα με τις τοπικές κοινωνίες της Πελοποννήσου.
Ως Ελληνίδα ακαδημαϊκός στο εξωτερικό είχα, σε γενικές γραμμές, μια ιδιαίτερα θετική εμπειρία και ουσιαστική αποδοχή από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Η μόνη πραγματική πρόκληση προήλθε κάποια στιγμή από μια μικρή μερίδα του ελληνικού ακαδημαϊκού και αρχαιολογικού χώρου — ένα φαινόμενο, δυστυχώς, όχι άγνωστο σε Έλληνες επιστήμονες της διασποράς. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία αυτή δεν με αποθάρρυνε· αντιθέτως, ενίσχυσε μέσα μου την πεποίθηση ότι η επιστημονική διασπορά αποτελεί μια δυναμική και δημιουργική γέφυρα με την Ελλάδα, όχι μια απόσταση.
Αν κάτι αποκόμισα από αυτή τη διαδρομή, είναι ότι κάθε σταθμός υπήρξε ταυτόχρονα πρόκληση και επιβεβαίωση, και ότι αξίζει να επιμένει κανείς, ακόμα κι όταν ο δρόμος δεν είναι πάντα εύκολος.
- Η πρόσφατη έρευνά σας εστιάζει στη Μυκηναϊκή Λακωνία. Τι είναι αυτό που κάνει την περιοχή αυτή τόσο σημαντική αρχαιολογικά;
Η Μυκηναϊκή Λακωνία κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στον μυκηναϊκό κόσμο, καθώς συνδυάζει πρώιμη πολιτική καινοτομία, μνημειακότητα, στρατηγική διασυνδεσιμότητα, και μια σπάνια συνέχεια ανάμεσα στις προϊστορικές δομές εξουσίας και τη μεταγενέστερη ιστορική μνήμη.
Η πρόσφατη ανακάλυψη ενός διοικητικού κέντρου με μνημειακή αρχιτεκτονική, πλούσιες τοιχογραφίες και πινακίδες Γραμμικής Βʼ στον Άγιο Βασίλειο, κοντά στο Ξηροκάμπι, εντάσσει την περιοχή στον διοικητικό και πολιτικό πυρήνα του Μυκηναϊκού κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο, το μεγαροειδές οικοδόμημα «Μέγαρο Ι» του 15ος αι. π.Χ., στη Θεράπνη (Μενελάειον) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρείται πρόδρομος των μυκηναϊκών ανακτόρων. Το γεγονός ότι στον ίδιο χώρο, αιώνες αργότερα, εγκαθιδρύεται η λατρεία του Μενελάου και της Ελένης δημιουργεί μια σπάνια γέφυρα ανάμεσα στην αρχαιολογία, την ομηρική παράδοση και τη σπαρτιατική συλλογική μνήμη — μια σχέση που δύσκολα συναντά κανείς αλλού με τόση σαφήνεια.
Εξίσου εμβληματικός είναι ο θολωτός τάφος του Βαφειού, ο μεγαλύτερος του είδους του στην ηπειρωτική Ελλάδα. Χρονολογημένος στον 15ο αιώνα π.Χ., και πιθανότατα κενοτάφιο ενός ισχυρού πολέμαρχου, αποδίδει έναν πλούτο ταφικών κτερισμάτων που αποκαλύπτει μια ανεπτυγμένη ηγεμονική ιδεολογία ήδη από τα πρώιμα μυκηναϊκά χρόνια. Τα χρυσά κύπελλα με σκηνές κυνηγιού δεν είναι απλώς αριστουργήματα τέχνης· είναι πολιτικά σύμβολα εξουσίας και ελέγχου. Σε άμεση χωρική και ιδεολογική συνάφεια βρίσκεται και το μεγαροειδές κτήριο στον λόφο Παλαιόπυργι, το οποίο μαρτυρεί την ύπαρξη οργανωμένου κέντρου εξουσίας πριν ακόμη από την πλήρη ανακτορική φάση.
Την ίδια περίοδο, η Πελλάνα αναδεικνύεται ως ένα ακόμη ισχυρό κέντρο της μυκηναϊκής Λακωνίας. Ο οικισμός, σε συνδυασμό με τους μνημειακούς θαλαμοειδείς τάφους, συγκροτεί ένα τοπίο εξουσίας που δεν υστερεί σε τίποτα απέναντι στο Μενελάειον ή το Παλαιόπυργι. Οι ηγεμόνες της περιοχής δεν ήταν απλώς τοπικοί άρχοντες· συμμετείχαν ενεργά στις πολιτικές και στρατιωτικές διεργασίες του ευρύτερου αιγαιακού κόσμου, πιθανότατα ακόμη και στο εγχείρημα της μυκηναϊκής εγκατάστασης στην Κνωσό στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ.
Παράλληλα, το Παυλοπέτρι — η βυθισμένη προϊστορική πόλη στα νότια της Λακωνίας — αποκαλύπτει τη θαλάσσια διάσταση αυτής της δυναμικής. Ως ένα από τα σημαντικότερα προϊστορικά λιμάνια της Μεσογείου, το Παυλοπέτρι μαρτυρεί τον ρόλο της περιοχής ως κόμβου ανταλλακτικού εμπορίου, επικοινωνίας και διαπολιτισμικών επαφών.
Ιδιαίτερη θέση στην έρευνά μου κατέχει και το νεκροταφείο της Επιδαύρου Λιμηράς, κοντά στη Μονεμβασία. Πρόκειται για έναν χώρο—κλειδί, καθώς προσφέρει πολύ πρώιμα τεκμήρια για την εισαγωγή της παράδοσης των θαλαμωτών τάφων στην ηπειρωτική Ελλάδα — του ταφικού αρχιτεκτονικού τύπου που θα κυριαρχήσει αργότερα στον μυκηναϊκό κόσμο. Η εντυπωσιακή συνέχεια των ταφικών πρακτικών, από την Πρώιμη έως και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ακόμη και μετά την κατάρρευση των ανακτορικών συστημάτων γύρω στο 1200 π.Χ., αποκαλύπτει μια κοινωνία με ισχυρούς δεσμούς μνήμης, συνοχής και πολιτικής ανθεκτικότητας.
Συνολικά, η Λακωνία αναδύεται ως ένα δυναμικό και πολυδιάστατο πεδίο εξουσίας, μνήμης και ανθεκτικότητας κατά την Ύστερη Εποχή του χαλκού. Η μελέτη της δεν φωτίζει μόνο τη διαμόρφωση του μυκηναϊκού κόσμου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το προϊστορικό παρελθόν συνέχισε να διαμορφώνει, επί αιώνες, την ελληνική ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα και παράδοση.
- Ως Διευθύντρια του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών (CSPS), ποιο είναι το όραμά σας για την προβολή της ελληνικής ιστορίας στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και πέρα από αυτή;
Ως Διευθύντρια του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών, επιδιώκω να αναδεικνύεται η ελληνική ιστορία — και ιδιαίτερα εκείνη της Σπάρτης και της Πελοποννήσου — ως ένα ζωντανό και δυναμικό πεδίο έρευνας, που «συνομιλεί» ουσιαστικά με τα σύγχρονα ερωτήματα των ανθρωπιστικών επιστημών. Το Κέντρο λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην αρχαιολογία, την αρχαία ιστορία, τη φιλολογία και τη σύγχρονη πρόσληψη του παρελθόντος, αλλά και ανάμεσα στην ελληνική και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Στόχος μας δεν είναι η αναπαραγωγή παγιωμένων αφηγημάτων για την αρχαία Σπάρτη παραδείγματος χάριν, αλλά η κριτική τους επανεξέταση και η ανάδειξη της πολυπλοκότητας του αρχαίου κόσμου, μακριά από απλουστευτικές ή ιδεολογικές αναγνώσεις.
Ιδιαίτερη σημασία δίνω στη στήριξη της νέας γενιάς ερευνητών. Πιστεύω ακράδαντα ότι η βιωσιμότητα των ελληνικών σπουδών σε διεθνές επίπεδο εξαρτάται από τη δημιουργία χώρων διαλόγου, συνεργασίας και ουσιαστικής ενδυνάμωσης των νέων επιστημόνων. Σε αυτό το πλαίσιο, στα τέλη του 2025, δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα του Κέντρου το CSPS Sparta and Peloponnese Early Career Scholars Global Network (CSPS SPECS Global Network), ένα διεθνές δίκτυο νέων ερευνητών και υποψήφιων διδακτόρων, που ενισχύει τη διεθνή δικτύωση και καλλιεργεί μια ανοιχτή, σύγχρονη επιστημονική κουλτούρα. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονατι οι διαδικτυακές σειρές ομιλιών Being Peloponnesian, αφιερωμένη στην ιστορία και αρχαιολογία της Πελοποννήσου, και Agido/Αγηδώ, με θεματική τις γυναίκες της Σπάρτης και της Πελοποννήσου από την προϊστορία έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, με την ευγενική υποστήριξη των Daughters of Penelope — Παράρτημα Σπάρτης. Και οι δύο σειρές σχεδιάζονται και υλοποιούνται από μεταδιδακτορικούς ερευνητές και υποψήφιους διδάκτορες, δίνοντας ουσιαστικό βήμα σε νέες φωνές και καινοτόμες προσεγγίσεις. «Ναυαρχίδα» του Κέντρου αποτελεί, τέλος, η διαδικτυακή σειρά Sparta Live!, η οποία διοργανώνεται από το 2020 σε συνεργασία με τον Δήμο Σπάρτης και με χορηγό επικοινωνίας τον διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό Vachos Radio στην Μάνη. Η σειρά έχει εξελιχθεί σε ένα ανοιχτό, διεθνές φόρουμ ιστορικού και αρχαιολογικού διαλόγου, φέρνοντας τη Σπάρτη και τη Λακωνία στο παγκόσμιο επιστημονικό προσκήνιο.
Εξίσου σημαντική θεωρώ τη διάχυση της γνώσης πέρα από τα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η ιστορία και η αρχαιολογία δεν ανήκουν αποκλειστικά στους ειδικούς· αποτελούν συλλογικό κτήμα. Μέσα από εκδοτικές και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, το Κέντρο επιδιώκει να φέρει το παρελθόν πιο κοντά στο ευρύ κοινό και κυρίως στις νεότερες γενιές, καλλιεργώντας μια ουσιαστική σχέση με την ιστορική μνήμη. Σε αυτό το πλαίσιο εγκαινιάζουμε μια νέα σειρά οικογενειακών βιβλίων, με πρώτο τίτλο το «Κωδικός Ζωής: ΛΥΔΙΑ» του Λάκωνα συγγραφέα Σαράντου Μινώπετρου, που θα κυκλοφορήσει στις αρχές του καλοκαιριού από τον Εκδοτικό Οίκο Λιοτρίβι – Παναγιώτα Γ. Σαράφη, με χρηματοδότηση του Arts and Humanities Research Council και του Πανεπιστημίου του Nottingham.
Συνολικά, το όραμά μου για το Κέντρο Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών είναι ένα ανοιχτό, συμπεριληπτικό και διεθνώς εξωστρεφές Κέντρο — ένας ζωντανός οργανισμός που δεν περιορίζεται στην παραγωγή γνώσης, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντος των ελληνικών και ανθρωπιστικών σπουδών σε παγκόσμιο επίπεδο, με επίκεντρο την Ελλάδα και βλέμμα στραμμένο στον κόσμο.
- Πρόσφατα το Κέντρο Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών (CSPS) ανακοίνωσε την επικείμενη δημοσίευση μονογραφίας για την Έπαυλη του Ηρώδου Αττικού στην Εύα/Λουκού Κυνουρίας στην Αρκαδία, από τον συνανασκαφέα και μελετητή του μνημείου και συνάδελφό σας στο CSPS καθηγητή Γεώργιο Θ. Σπυρόπουλο. Τι νέο έρχεται να προσθέσει η μελέτη στην κατανόηση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας στην Ελλάδα και την Πελοπόννησο;
Η επικείμενη μονογραφία του καθηγητή Γεώργιου Θ. Σπυρόπουλου (Επίτιμου Αναπληρωτή Καθηγητή Αρχαιολογίας και μέλους της Διοικούσας Επιτροπής του Κέντρου, καθώς και Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας) για την Έπαυλη του Ηρώδου Αττικού στην Εύα/Λουκού Κυνουρίας αποτελεί μια μελέτη—ορόσημο για την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιολογία στην Ελλάδα, καθώς και για την εξοικείωση του αναγνώστη με τον διακόσμο ενός αρμονικού και ομογενοποιημένου κόσμου. Όπως αναφέρει ο αγαπητός μας συνάδελφος, το μνημείο παρουσιάζεται, για πρώτη φορά, μέσα από μια ολοκληρωμένη ψηφιακή αποκατάσταση του γλυπτού, αναγλυφικού, ψηφιδωτού και αρχιτεκτονικού του διακόσμου, επιτρέποντας έτσι μια συνολική και συνθετική ανάγνωσή του.
Η νέα αυτή μελέτη δείχνει με σαφήνεια ότι η Έπαυλη δεν αποτελεί ένα αποσπασματικό σύνολο, αλλά ένα συνεκτικό και πολυεπίπεδο πολιτισμικό σύμπλεγμα (ένα «πολιτιστικό πάνθεον»). Ενσωματώνει ένα ευρύ φάσμα πολιτισμικών επιρροών και αποδίδει μια κουλτούρα που αντλεί από παραδοσιακά σχήματα, χωρίς να μένει προσκολλημένη στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα είναι προσανατολισμένη στο παρόν και το μέλλον της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η γλυπτική και ψηφιδωτή διακόσμηση, σε άμεση συνάρτηση με την αρχιτεκτονική οργάνωση της Έπαυλης, δημιουργούν ένα ισχυρό αισθητικό αποτέλεσμα, που εξυπηρετεί τον αυτοπροσδιορισμό του Ηρώδου Αττικού και την επιθυμία του να προβάλει και να «μεταλαμπαδεύσει» το επίτευγμά του. Ο κόσμος που αποκαλύπτεται μέσα από τη μελέτη δεν είναι στατικός ή απλώς μιμητικός, αλλά ζωντανός, επιλεγμένος και βαθιά νοηματοδοτημένος.
Η σταδιακή μετατροπή της έπαυλης σε έναν χώρο μνήμης για τα νεκρά μέλη της οικογένειας του Ηρώδου Αττικού, αποτυπώνει το βαθύ και έντονο πένθος του. Μέσα από τη διακόσμηση, τις τελετουργικές πρακτικές και τη συνολική οργάνωση του χώρου, συγκροτείται μια πολυεπίπεδη, σχεδόν «ηρωική» ταυτότητα, στην οποία το παρόν, το παρελθόν και η προσωπική εμπειρία του ιδρυτή του μνημείου συνυπάρχουν.
Στο πλαίσιο του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών, η έκδοση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που στοχεύει στην ανάδειξη της μακράς διάρκειας και της διασύνδεσης των ιστορικών περιόδων της Πελοποννήσου και της Ελλάδας γενικώτερα, ενισχύοντας τον διεθνή επιστημονικό διάλογο για την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και τον ρόλο της στη Μεσόγειο.
- Πώς είναι η καθημερινότητα μιας Ελληνίδας καθηγήτριας σε ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας; Πώς αντιμετωπίζουν οι ξένοι φοιτητές την ελληνική ιστορία;
Η καθημερινότητά μου είναι απαιτητική, συχνά εξαντλητική, αλλά ταυτόχρονα δημιουργική και ουσιαστική. Κινείται διαρκώς ανάμεσα στην έρευνα, τη διδασκαλία και τη διοίκηση, μέσα σε ένα διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον που στηρίζεται στην εξωστρέφεια, τη συνεργασία και τον ανοιχτό διάλογο.
Μεγάλο μέρος του χρόνου μου αφιερώνεται στην έρευνα και στη συγγραφή, συχνά στο πλαίσιο διεθνών και διεπιστημονικών συνεργασιών. Παράλληλα, η διδασκαλία βρίσκεται στο κέντρο της καθημερινότητάς μου. Δεν τη βλέπω ως απλή μεταβίβαση γνώσεων, αλλά ως μια ζωντανή διαδικασία ανταλλαγής ιδεών. Οι φοιτητές ενθαρρύνονται να σκέφτονται κριτικά, να αμφισβητούν παγιωμένες αφηγήσεις και να συνδέουν τα αρχαιολογικά και ιστορικά δεδομένα με ευρύτερα κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα.
Οι ξένοι φοιτητές προσεγγίζουν την ελληνική ιστορία με έντονο ενδιαφέρον και σεβασμό, αλλά χωρίς το συναισθηματικό βάρος μιας εθνικής αφήγησης. Για τους περισσότερους, η Ελλάδα αποτελεί πρωτίστως μέρος της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Αρχικά συχνά κυριαρχούν εξιδανικευμένες εικόνες, όπως η δημοκρατία, η φιλοσοφία, η Αθήνα και η Σπάρτη ως αντίπαλα σύμβολα, όμως σταδιακά, μέσα από την επαφή με την αρχαιολογία και τις σύγχρονες ιστορικές προσεγγίσεις, αυτή η εικόνα αποκτά βάθος και πολυπλοκότητα. Πολλοί δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για λιγότερο «προβεβλημένες» όψεις της ελληνικής αρχαιότητας, όπως η καθημερινή ζωή, οι κοινωνικές ανισότητες ή η διαφορετικότητα, αντιμετωπίζοντάς την όχι μόνο ως πηγή έμπνευσης, αλλά και ως πεδίο διαλόγου με σύγχρονα ζητήματα εξουσίας, ταυτότητας και μνήμης.
Εξίσου σημαντική για μένα είναι και η επαφή με τους φοιτητές έξω από τη αίθουσα διδασκαλίας. Οι συζητήσεις για τις σπουδές, τις αγωνίες και τις προσδοκίες τους αποτελούν συχνά τις πιο ουσιαστικές και ανθρώπινες στιγμές της ακαδημαϊκής μου καθημερινότητας. Αν κάτι μένει τελικά από αυτή τη διαδρομή, είναι αυτός ο ζωντανός, ανοιχτός και συχνά απρόβλεπτος διάλογος που γεννιέται μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας και πολύ συχνά συνεχίζεται έξω από αυτήν. Ένας διάλογος που δίνει νόημα στην εργασία μου και μου θυμίζει διαρκώς γιατί επέλεξα και εξακολουθώ να αγαπώ βαθιά το λειτούργημα αυτό.
- Έχετε ασχοληθεί εκτενώς με τον θάνατο και τις ταφικές πρακτικές στον Μυκηναϊκό κόσμο. Τι μας διδάσκει ο τρόπος που οι αρχαίοι τιμούσαν τους νεκρούς τους για τις αξίες της τότε κοινωνίας;
Η ερευνητική μου ενασχόληση με τον θάνατο και τις ταφικές πρακτικές στον Μυκηναϊκό κόσμο δεν υπήρξε ποτέ μια απλή ακαδημαϊκή διαδρομή. Γεννήθηκε από μια βαθύτερη, σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη να κατανοήσω πώς οι ανθρώπινες κοινότητες στέκονται απέναντι στον θάνατο, πώς διαχειρίζονται την απώλεια και πώς νοηµατοδοτούν το επέκεινα. Μέσα από τις ταφικές και μεταταφικές πρακτικές, οι Μυκηναίοι δεν αποχαιρετούσαν απλώς τους νεκρούς τους. Τιμούσαν, θυμούνταν και ενέτασσαν την απουσία τους σε ένα κοινό σύστημα αξιών.
Στον μυκηναϊκό κόσμο, ο τρόπος ταφής δεν αφορούσε μόνο τον νεκρό, αλλά πρωτίστως τους ζωντανούς. Οι μνημειακοί τάφοι, η φροντισμένη επιλογή των κτερισμάτων, οι ταφικές και μεταταφικές προσφορές, αλλά και η επανειλημμένη επιστροφή στους τόπους ταφής, δείχνουν ότι ο θάνατος δεν νοείτο ως οριστική ρήξη. Η ταυτότητα του νεκρού δεν χανόταν· μετασχηματιζόταν. Οι πρόγονοι παρέμεναν παρόντες ως φορείς μνήμης, κύρους και συνέχειας, ενταγμένοι σε ένα συλλογικό σύστημα αξιών που διαπερνούσε τον χώρο και τον χρόνο.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική και μεθοδολογικά απαιτητική υπήρξε για μένα η μελέτη των παιδικών ταφών. Η φροντίδα, η επιμέλεια και η τελετουργική τους ένταξη εντός της κοινότητας μαρτυρούν την ανάγκη να δοθεί νόημα σε μια απώλεια που ανατρέπει τη φυσική τάξη της ζωής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συχνά έρχεται στον νου μου το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά», όπου τα παιδιά παραμένουν παρόντα ως μνήμη, ως πληγή και ως ηθική ευθύνη των ζωντανών. Κατά ανάλογο τρόπο, και στον μυκηναϊκό κόσμο, τα παιδιά, παρά τη σύντομη διάρκεια της ζωής τους, εντάσσονται πλήρως στη συλλογική μνήμη και την τελετουργική πραγματικότητα της κοινότητας.
Τελικά, η αρχαιολογία του θανάτου δεν μας μιλά μόνο για τα ταφικά έθιμα του παρελθόντος. Μας αποκαλύπτει κάτι πιο διαχρονικό: πώς οι κοινωνίες επιλέγουν να θυμούνται τους νεκρούς τους, πώς μετατρέπουν την απώλεια σε μνήμη και πώς η μνήμη γίνεται μορφή συνέχειας. Μέσα από τους νεκρούς τους, οι Μυκηναίοι μιλούν για τη ζωή, για τους δεσμούς, τις αξίες και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να παραμένει κανείς παρών στον χρόνο, ακόμη και μετά το τέλος του.
Αυτό που τελικά μας διδάσκει η αρχαιολογία του θανάτου δεν είναι απλώς πώς πέθαιναν οι άνθρωποι στο παρελθόν και τα έθιμα ταφής. Μας αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο και διαχρονικό: πώς οι κοινωνίες επιλέγουν να θυμούνται τους νεκρούς τους, πώς μετατρέπουν την απώλεια σε μνήμη και πώς η μνήμη γίνεται ένας τρόπος συνέχειας. Μέσα από τους νεκρούς τους, οι Μυκηναίοι μιλούν για τη ζωή, για τις αξίες, τους δεσμούς και την ανάγκη του ανθρώπου να παραμένει παρών μέσα στον χρόνο, ακόμη και μετά το τέλος του.
- Στις μέρες μας, πόσο έχoυν αλλάξει οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή Νοημοσύνη τον τρόπο που κάνετε ανασκαφές ή έρευνα; Βοηθούν τα νέα μέσα στο να έρθει η επιστήμη πιο κοντά στο ευρύ κοινό;
Οι νέες τεχνολογίες και η Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν αλλάξει ριζικά την αρχαιολογία — όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο διεξάγουμε την έρευνα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε το παρελθόν. Στο πεδίο, μας επιτρέπουν να εργαζόμαστε πιο συνθετικά και, κυρίως, λιγότερο επεμβατικά. Μέσα από γεωφυσικές διασκοπήσεις, δορυφορικά δεδομένα, συστήματα GIS, τρισδιάστατη τεκμηρίωση και ενάλιες ψηφιακές αποτυπώσεις, μπορούμε πλέον να «διαβάζουμε» το τοπίο σε βάθος πριν καν αγγίξουμε το έδαφος.
Η αλλαγή αυτή δεν αφορά απλώς την ταχύτητα ή τον όγκο των δεδομένων. Μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίζουμε σχέσεις, διαχρονικές χρήσεις του χώρου και κοινωνικές δυναμικές που στο παρελθόν παρέμεναν αποσπασματικές ή αόρατες. Στο ενάλιο αρχαιολογικό πρόγραμμα στο Παυλοπέτρι, για παράδειγμα, η ρομποτική και η ψηφιακή χαρτογράφηση δεν αντικατέστησαν την αρχαιολογία· την ενίσχυσαν ουσιαστικά. Χάρη σε αυτές τις μεθόδους κατέστη δυνατή η εξαιρετικά ακριβής αποτύπωση μιας ολόκληρης βυθισμένης προϊστορικής πόλης και η ανασύνθεση της πολύπλοκης ιστορίας της με τρόπους που θα ήταν αδιανόητοι λίγες μόνο δεκαετίες πριν.
Παράλληλα, η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει και τη σχέση της αρχαιολογίας με το ευρύ κοινό. Ψηφιακές αναπαραστάσεις, τρισδιάστατα μοντέλα, ολογράμματα, διαδικτυακές πλατφόρμες και ανοιχτά αρχεία δεδομένων επιτρέπουν πλέον στο κοινό να έρθει σε επαφή όχι μόνο με το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και με την ίδια τη διαδικασία της έρευνας. Έτσι, η αρχαιολογία παύει να εμφανίζεται ως μια απόμακρη, «σιωπηλή» επιστήμη και αναδεικνύεται ως μια ανοιχτή, δυναμική και βαθιά ανθρώπινη πρακτική, γεμάτη ερωτήματα και ερμηνευτικές επιλογές.
Βεβαίως, η τεχνολογία παραμένει εργαλείο και όχι υποκατάστατο της αρχαιολογικής σκέψης. Δεν απαντά από μόνη της στα μεγάλα ερευνητικά ερωτήματα. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται με επιστημονική υπευθυνότητα και κριτική επίγνωση, μπορεί να φέρει την αρχαιολογία πιο κοντά στο κοινό με όρους ουσιαστικής κατανόησης και ενεργού συμμετοχής.
Με αυτή την έννοια, η τεχνολογία δεν έχει αλλάξει απλώς τον τρόπο με τον οποίο ανασκάπτουμε ή μελετούμε το παρελθόν· έχει αλλάξει τον τρόπο που το αφηγούμαστε και, κυρίως, τον τρόπο που το βιώνουμε και το μοιραζόμαστε ως ζωντανό κομμάτι του παρόντος.

- Η Σπάρτη συχνά περιβάλλεται από μύθους και στερεότυπα. Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που συναντάτε συχνά για τη σπαρτιατική κοινωνία και τι θα θέλατε να γνωρίζει ο κόσμος;
Η πιο διαδεδομένη — και ίσως πιο παραπλανητική — εικόνα της αρχαίας Σπάρτης είναι εκείνη μιας κοινωνίας διαχρονικά στρατιωτικοποιημένης, αφιερωμένης αποκλειστικά στον πόλεμο και στερημένης πολιτισμού και πλούτου. Πρόκειται για μια αφήγηση που διαμορφώθηκε τόσο από αρχαίες μη-Σπαρτιατικές πηγές, συχνά εχθρικές ή υπερβολικά εξιδανικευτικές, όσο και από νεότερες ιδεολογικές αναγνώσεις της Σπάρτης. Ωστόσο, η συστηματική ιστορική έρευνα έχει καταδείξει ότι η κοινωνική και οικονομική δομή της Σπάρτης υπήρξε σαφώς πιο σύνθετη και δυναμική.
Καθοριστικό ρόλο στη σταδιακή αποδόμηση αυτού του στερεοτύπου έχει διαδραματίσει η έρευνα του Καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας και συνιδρυτή του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών, Stephen Hodkinson. Μέσα από τη μελέτη της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των Σπαρτιατών, έχει καταδείξει ότι η έμφαση στον πόλεμο και στη συλλογική πειθαρχία δεν εξάλειψε τις κοινωνικές ανισότητες ούτε απέτρεψε τη συσσώρευση πλούτου και ισχύος. Αντίθετα, στη σπαρτιατική κοινωνία συνυπήρχαν το ιδεώδες της ισότητας με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, ιδίως στη γαιοκτησία και στους μηχανισμούς οικονομικής ισχύος.
Η σύγχρονη έρευνα, και κυρίως οι συνθετικές προσεγγίσεις όπως αυτές που παρουσιάζονται στον συλλογικό τόμο Luxury and Wealth in Sparta and the Peloponnese (επιμ. Stephen Hodkinson και Chrysanthi Gallou, 2021), δείχνει ότι η Σπάρτη δεν ήταν μια κοινωνία μόνιμης λιτότητας, όπως συχνά πιστεύεται. Ο υλικός πολιτισμός υπήρχε, αλλά εκφραζόταν με πιο συγκρατημένους και λιγότερο επιδεικτικούς τρόπους από εκείνους άλλων ελληνικών πόλεων, αντανακλώντας συγκεκριμένες κοινωνικές και ιδεολογικές επιλογές.
- Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι σας; Υπάρχει κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα ή κάποιο βιβλίο που ετοιμάζετε και θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Την επόμενη περίοδο οι στόχοι μου εστιάζουν στη σύνθεση, τη δημοσίευση και την εξωστρέφεια ερευνητικών έργων που ωρίμασαν μέσα από μακρόχρονη, συλλογική εργασία. Προτεραιότητα, τόσο δική μου όσο και του καθηγητή William Cavanagh, αποτελεί η ολοκλήρωση της δημοσίευσης — σε μορφή μονογραφίας — των αποτελεσμάτων του ενάλιου ερευνητικού προγράμματος στο Παυλοπέτρι Λακωνίας, ενός αρχαιολογικού χώρου διεθνούς σημασίας.
Παράλληλα, σε συνεργασία με τον συνάδελφο στο Πανεπιστήμιο του Nottingham και Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας (ΕΦΑΚΟΡ), καθηγητή Γεώργιο Σπυρόπουλο, καθώς και με αρχαιολόγους της ΕΦΑΚΟΡ, προχωρούμε στη δημοσίευση ενός Μυκηναϊκού νεκροταφείου της Κορινθίας, ιδιαίτερης σημασίας για την κατανόηση των ταφικών πρακτικών και εθίμων της βορειοανατολικής Πελοποννήσου κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (αποφεύγω σκόπιμα την ονομασία του χώρου για λόγους προστασίας του μνημείου).
Με τους επίτιμους ερευνητές του Κέντρου, δρ. Ελένη Κολαΐτη και δρ. Νίκο Μουρτζά (ΑKTES — Εταιρεία Μελέτης Αρχαίων Ακτογραμμών), συνεχίζουμε την γεωαρχαιολογική μελέτη του αρχαίου Ασωπού στην περιοχή της Πλύτρας Λακωνίας, σε συνεργασία και με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η έρευνα επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στη διαχρονική αλληλεπίδραση φυσικού περιβάλλοντος, παράκτιων μεταβολών και ανθρώπινης εγκατάστασης.
Σε επίπεδο νέων ερευνητικών κατευθύνσεων, εδώ και τρία χρόνια αναπτύσσεται ένα ερευνητικό πρόγραμμα για την ιστορία των Εβραίων στη Σπάρτη και την ευρύτερη Πελοπόννησο, με στόχο να ενταχθούν λιγότερο μελετημένες όψεις του παρελθόντος στο ευρύτερο ιστορικό αφήγημα της περιοχής.
Παράλληλα, σε μια πιο εξωστρεφή κατεύθυνση, προχωρούν οι προετοιμασίες για ένα διεθνές fashion show εμπνευσμένο από την αρχαία και τη βυζαντινή Σπάρτη, ως μια εναλλακτική μορφή πολιτισμικού διαλόγου ανάμεσα στο παρελθόν και τη σύγχρονη δημιουργία, σε αγαστή συνεργασία με την Ελληνική Επιτροπή του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC–Hellas) και τον δραστήριο πρόεδρό της κ. Πέτρο Δούκα.
Επίσης, το φθινόπωρο εγακινιάζουμε τη νέα ελληνόφωνη σειρά υβριδικών διαλέξεων του Κέντρου, αφιερωμένη στην ιστορία, την αρχαιολογία και την πρόσληψη της Σπάρτης και της Λακωνίας, σε συνεργασία με φορείς της πόλης της Σπάρτης. Η σειρά αυτή στοχεύει στην ουσιαστική σύνδεση της ακαδημαϊκής και αρχαιολογικής έρευνας με την τοπική κοινωνία.
Τέλος, συνεχίζονται και ενισχύονται οι υφιστάμενες δράσεις του Κέντρου, με έμφαση στις διεθνείς συνεργασίες, την εκπαίδευση και ενδυνάμωση νέων ερευνητών και τη διάχυση της γνώσης πέρα από τα στενά όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας.
- Τι θα συμβουλεύατε τους νέους Έλληνες επιστήμονες που ζουν στο εξωτερικό και θέλουν να διατηρήσουν ζωντανή τη σχέση τους με την ελληνική κληρονομιά;
Θα τους συμβούλευα, πρώτα απ’ όλα, να βιώσουν την απόσταση από την Ελλάδα ως ευκαιρία. Η ζωή, οι σπουδές και η εργασία στο εξωτερικό δεν συνεπάγονται ρήξη ή αποξένωση από την ελληνική κληρονομιά. Αντίθετα, η κληρονομιά αυτή παραμένει ζωντανή όταν γίνεται αντικείμενο σύγχρονης επιστημονικής συνομιλίας και όχι απλώς συμβολικό ή νοσταλγικό σημείο αναφοράς.
Θα τους ενθάρρυνα επίσης να λειτουργήσουν ως γέφυρες. Να μεταφέρουν στην Ελλάδα καλές πρακτικές, θεσμικές εμπειρίες και ερευνητικές μεθοδολογίες από το εξωτερικό, αλλά και να προβάλλουν διεθνώς την ελληνική επιστημονική και πολιτισμική πραγματικότητα, χωρίς ωραιοποιήσεις ή εντυπωσιασμούς. Η ελληνική κληρονομιά είναι οικουμενική και διαχρονική. Δεν χρειάζεται «υπεράσπιση» αλλά έγκυρη και τεκμηριωμένη εκπροσώπηση.
Τέλος, θα τους έλεγα να μη φοβηθούν να ανήκουν σε περισσότερους από έναν κόσμους. Η ελληνική ταυτότητα στον 21ο αιώνα δεν είναι περιοριστική, αλλά πολυεπίπεδη και δυναμική. Όσοι ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό έχουν τη δυνατότητα, αλλά και την ευθύνη, να δείξουν ότι η ελληνική κληρονομιά δεν περιορίζεται στα αρχαία μάρμαρα, αλλά συνδιαμορφώνει το παρόν και το μέλλον της διεθνούς επιστημονικής γνώσης.
Σας Ευχαριστούμε!!!
Πηγή: Hephaestuswien.com
















Leave a comment