Του Χρήστου Παλάσκα…
Ακουσα για πρώτη φορά τυχαία τον Δημήτρη Νεζερίτη στο φημισμένο «Μαριορή» της Μαρίας Κώνστα, στα Ιλίσια, φίλης και σπουδαίας καλλιτέχνιδας, κάπου πριν 12 χρόνια. Νεζερίτης – Κώνστα, ήταν τότε απ’ τα σχήματα που άφησαν εποχή και από εκεί πέρναγε όλη η καλή Αθήνα, άνθρωποι σπουδαίοι και καλλιτέχνες απ’ το «πάνω ράφι». Και επειδή γενικά τις φωνές στην Ελλάδα τις γνωρίζουμε και έχουμε μια άποψη λόγω «αίματος» και ιδιότητας, για το πως τραγουδάνε – όποιοι τραγουδάνε -, για το πως ερμηνεύουν – σπάνιες περιπτώσεις -, και πόσοι εν γένει υπηρετούν αληθινά αυτήν την ιερή και «βαριά» τέχνη, δεν σας κρύβω πως η πρώτη μου αντίδραση ήταν σοκ. Εμεινα «παγωτό» που λένε και οι πιτσιρικάδες σήμερα. Oh my God! What kind of voice is this!!! Μπερδεύτηκα, καθώς ξέχασα που βρισκόμουν και προσπαθούσα να προσδιορίσω κάπου μεταξύ Πάριου και Στράτου, ποιός ακριβώς τραγουδάει.
Εκεί λοιπόν γνωριστήκαμε. Και έκτοτε γίναμε αχώριστοι. Μια φιλία πραγματική, ουσιαστική και ειλικρινής. Είχα λοιπόν τον χρόνο, την ευκαρία και την τιμή, να τον συναναστραφώ, να τον γνωρίσω βαθιά, να τον «σπουδάσω». Το τελευταίο έχει τεράστιο ειδικό βάρος, γιατί αν κατάφερα να σταθώ και να ακούσω και 5 μπράβο σ’ αυτό το επάγγελμα, το οφείλω εν πολλοίς στον Νεζερίτη. Τον Δάσκαλο, όπως έκτοτε τον αποκαλούσα. Και φαινόταν να του αρέσει και να το απολαμβάνει.
Ο Νεζερίτης δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Αγαπούσε με τον τρόπο του, θαύμαζε και «παραδεχόταν» με δικούς του αλγόριθμους, αυστηρούς, όχι πάντα κατανοητούς, πόσο μάλλον αποδεκτούς απ’ την «πιάτσα». Δεν «τακίμιαζε» με όλους, λίγοι ήταν οι εκλεκτοί της «Αυλής του». Δεν ανοιγόταν άκριτα, είχε μια «ιδιότροπη», πολύ προσωπική αίσθηση του δικαίου και της αξίας, είχε μια συστολή, μια εγκράτεια χωρίς να είναι ακριβώς ταπεινός, αλλά και μια εκπληκτική θυμοσοφία, ένα μπρίο αυτοδίδακτου προζίστα και ατακαδόρου και μια πολύ συγκεκριμένη άποψη περί τέχνης, και ερμηνείας – όπως όλοι οι μεγάλοι και οι κορυφαίοι άλλωστε – που πολλοί δεν αντιλαμβανόντουσαν, καθότι η show biz ειδικά στις μέρες μας έχει άλλα πρωτόκολα και διαφορετικούς αξιακούς κώδικες. Τους οποίους ο «Νέζερ» δεν υπηρέτησε και δε ακολούθησε ποτέ.
Η σχέση του με αυτούς που επέλεγε και αγαπούσε, ήταν διαχρονική, ακέραια, χαραγμένη σε βράχο, βαθιά και ανεξίτιλη. Και σ’ αυτή την παρέα των λίγων και εκλεκτών «εντιμότατων φίλων του» – μεταξύ των οποίων έχω την τιμή να ευρίσκομαι – χάριζε απλόχερα όλη του την τέχνη. Που υπερέβαινε τα όρια της μουσικής και του τραγουδιού. Και ξεδιπλωνόταν με ένα χιούμορ ξεκαρδιστικό, επιθεωρησιακό, λεπτό και ξυραφένιο, γαρνιρισμένο με μια σοφία γεμάτη «πεζοδρόμιο» και αυτοσαρκασμό. Ηταν μην ξεχνάμε καλλιτεχνικό παιδί του Ζαμπέτα.
Ο Δημήτρης Νεζερίτης αποτελεί την φυσική συνέχεια της τεράστιας εκείνης σχολής της Πάτρας που ανέδειξε έναν Τόνυ Μαρούδα, μια Πόλυ Πάνου, μια Νάντια Κωνσταντοπούλου, τα Τζαβαράκια. Απ’ τους ελάχιστους Ελληνες, μαζί με τον τεράστιο Τζίμη Μακούλη ίσως, που μπορούσε να δεσπόσει και να διαχειριστεί τις μεγάλες πολυπληθείς, ζωντανές ορχήστρες, χωρίς να «χάνεται». Απ’ τους ελάχιστους επίσης που τραγουδούσαν «με το αυτί» και τις 5 φωνές τις αρμονίας και που χωρίς μικρόφωνο – acapella δηλαδή – δεν ξεγυμνονόταν, τουναντίον, προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερο δέος. Απ’ τα αγαπημένα παιδιά μεγάλων μαέστρων όπως του Θεοδοσιάδη και του Κατσαρού, τότε που στο μουσικό στερέωμα επιβίωναν μόνο μεγέθη, μόνο αξίες, καθώς η Μουσική Τέχνη ήταν εφάμιλλη του σεβασμού, της πειθαρχίας, του πραγματικού ταλέντου.
Και σίγουρα είναι ένας εκ των κορυφαίων ελλήνων λαικών μελωδιστών όλων των καιρών, μια φωνή αληθινά αρσενική, όχι με την έννοια του Στέλιου και του Μανώλη που ήταν φύσει «καμπαναριά» αλλά σε ένα συγκεκριμένο «μοτίβο» και δεν χρειαζόταν να το «κουράσουν» περαιτέρω. Ο Νεζερίτης αντίθετα, ήταν στυλίστας, μερεμέτιζε κάθε δυνατό διάκοσμο στην ερμηνεία του, απλωνόταν μουσικά και ερμηνευτικά στα «σαλόνια και στ’ αλώνια» του πενταγράμμου, απ’ το belcanto, στη μπαλάντα, στο έντεχνο, στο λαϊκό με την ίδια ευκολία που ανέπνεε. Τραγουδούσε με στήσιμο «κοσμοπολίτη», σε μια βαθιά ερωτική συχνότητα, ένα μοναδικό κράμα βελούδου και φωτιάς, που την τοποθετούσες κάπου ανάμεσα στον πυρακτωμένο συναισθηματισμό και την πουπουλένια ευαισθησία ενός Πάριου και στην απαράμμιλη σαλονάτη, βυζαντινή αρχοντιά ενός Διονυσίου, χωρίς να χάνει ίχνος απ’ τη δική του ταυτότητα. Στάθηκε, πρώτος μεταξύ ίσων , δίπλα σε ιερά τέρατα.
Μαζί με τον Κόκοτα, την εποχή που το «μεροκάματο» του Σταμάτη ήταν ένα διαμέρισμα. Δίπλα στον Μητροπάνο, τον Πουλόπουλο, την Σακελλαρίου, την Κανελλίδου, τον μεγάλο Ζαμπέτα. Και δημιουργούσε μια σχέση με το κοινό, τελετουργική θα έλεγε κανείς. «Πάω στον Νεζερίτη» δεν σήμαινε απλά πάω να διασκεδάσω, ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο συμμετοχικό. Γι’ αυτό και όσοι τον απόλαυσαν από κοντά, δεν πρόκειται να τον ξεχάσουν ποτέ, καθώς υπήρξαν συμμέτοχοι σε παραστάσεις-μυσταγωγίες.
Είχε παράλληλα ένα υπέροχο επικοινωνιακό, «θεατρικό» ταλέντο, που χωρίς σχεδόν καθόλου «εγγράμματες» γνώσεις, τον έκανε να αποτελεί μοναδικό κέντρο επιρροής. Δεν ήταν όμως διπλωμάτης, καταφερτζής, «μαλαγάνας». Ελεγε τα πράγματα όπως τα’ νοιωθε. Ισως αυτοί να ήταν και οι λόγοι που μια τέτοια φυσιογνωμία, μια τόσο κορυφαία φωνή , δεν έγινε ευρέως γνωστή. Για τους γνωρίζοντες βέβαια, ο Νεζερίτης παραμένει ένα σπουδαίο μουσικό κεφάλαιο, ανεξάρτητα εάν οι συγκυρίες δεν τον έχουν ακόμα τοποθετήσει στο βάθρο που πραγματικά του αρμόζει.
Του είχα υποσχεθεί πως θα του αφιέρωνα λίγες αράδες, για να συμβάλλω και γω απ’ το δικό μου μετερίζι, σ’ ένα νέο του ξεκίνημα, όταν γεμάτος χαρά μετά την τελευταία του δισκογραφική δουλειά πριν 2 χρόνια, λίγο πριν τον βρει το κακό, έκανε μια απέλπιδα τελευταία προσπάθεια να αναρριχηθεί ξανά, να πεταχτεί στην κορυφή, εκεί που δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει ότι ανήκει, να προσφέρει πάλι στο πλατύ κοινό αυτό που είχε μέσα του. Γιατι είχε την πίκρα πως τον ξέχασαν, παραπονιόταν πως το «σύστημα» δεν αξιολογεί και δεν αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τον «πέταξε» στο περιθώριο. Δεν είχε άδικο. Ο Δημήτρης δεν ήταν μετριόφρων, κάθε άλλο. Είχε πλήρη επίγνωση και απόλυτη ενσυναίσθηση της ερμηνευτικής του ανωτερότητας αλλά συνάμα, την περηφάνεια και την μοναξιά του αετού, του μοναχικού καβαλάρη, του ξεχασμένου γίγαντα.
Και ας με συγχωρέσει εάν μόλις σήμερα, που ξεκινάει το αιώνιο ταξίδι στα αχαρογράφητα νερά του Επέκεινα, αξιώθηκα να γράψω αυτές τις γραμμές. Ισως γιατί ξόρκιζα πάντα αυτή τη στιγμή. Ισως γιατί, μέσα μου βαθιά, ο Δημήτρης Νεζερίτης, δεν έφυγε, δεν θα φύγει ποτέ. Αυτές οι φωνές γίνονται πολιτισμός, εθνικό κεφάλαιο, κτήμα όλων μας. Οπότε έχω και εγώ εκείνη την περίεργη μεταφυσική διαίσθηση ότι θα διαβάσει αυτά τα ελάχιστα που γράφω εδώ. Του χρωστάω ήδη πάρα πολλά. Αλλά και εσείς οι υπόλοιποι, που τώρα θα τον ανακαλύψετε, είμαι βέβαιος θα αισθανθείτε τις ίδιες δονήσεις, τον ίδιο θαυμασμό και θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα. Οτι ο Δημήτρης Νεζερίτης υπήρξε, ΕΙΝΑΙ, ένας από τους τιτάνες της ελληνικής ερμηνείας. Και αυτό, κανένα «κατεστημένο», δεν μπόρεσε και δεν θα μπορέσει ποτέ να σβήσει.
Καλή αντάμωση αγαπημένε συνδοιπόρε, Δάσκαλε και φίλε μου. Σου χαρίζω, να’ χεις συντροφιά το ρεφραίν απ’ το τραγούδι που σου έγραψα και δεν πρόλαβες ποτέ να πεις σ’ αυτή τη γη.
















Leave a comment