ΑΠΟΨΕΙΣ
ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΓΙΑ ΤΗΝ Ε.Ε – ΤΟ ΔΥΣΒΑΣΤΑΧΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ

Γράφει ο Νίκος Μελέτης*

Η ανατροπή στο παγκόσμιο σύστημα και στη Διεθνή Τάξη που επέφερε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η σοκαριστική προσπάθεια επιβολής του ρωσικού αναθεωρητισμού ακόμη και με την απειλή χρήσης των πυρηνικών, φέρνει την ΕΕ μπροστά το μεγάλο δίλημμα: θα συνεχίσει να συμβάλει με τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου στη χρηματοδότηση του ρωσικού αναθεωρητισμού που δεν διστάζει να απειλήσει ακόμη και την ίδια την Ευρώπη ή θα επιλέξει την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας στερώντας τον Β. Πούτιν από το ισχυρότερο «όπλο» που έχει στα χέρια του; Και πόσο βεβαίως είναι εφικτή η σταδιακή και πλήρης απεξάρτηση από τη Ρωσία μέχρι το 2030 και με τι κόστος;

Ήδη η ενεργειακή κρίση που βουλιάζει την παγκόσμια οικονομία και οδηγεί σε απελπισία του πολίτες κυρίως της ΕΕ από την έκρηξη του πληθωρισμού, την υπερβολική αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού και του αερίου αλλά και με την απειλή έλλειψης βασικών διατροφικών προϊόντων, δίνει μια εικόνα από το μέλλον αυτής της «σύγκρουσης».

Καμία επιλογή δεν θα είναι εύκολη για την Ευρώπη, αν και πλέον έχει διαμορφωθεί ευρεία συναίνεση στην κατεύθυνση απεξάρτησης από τη Μόσχα. Η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να εγκαταλείπει την Ασφάλεια της στα χέρια μιας αναθεωρητικής και επιθετικής Ρωσίας…

Οι χώρες της ΕΕ καταβάλλουν καθημερινά στη Ρωσία για αγορά ενέργειας το ποσό των 800 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ από την έναρξη της ρωσικής εισβολής έχουν πληρωθεί σχεδόν 20 δισεκατομμύρια ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου.

Η Ρωσία παρέχει το 40% του αερίου και του άνθρακα και το 25% του πετρελαίου στην Ευρώπη και θα είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα να εξασφαλισθούν ποσότητες φυσικού αερίου που θα αντικαταστήσουν τα 150 bcm που εισάγει ετησίως η Ε.Ε. από τη Ρωσία, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν το ρωσικό αέριο είναι πιο φθηνό από τις υπόλοιπες επιλογές.

Όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα των Financial Times οι ευρωπαϊκές χώρες διαμορφώνουν σχέδια έκτακτης ανάγκης για τις ελλείψεις φυσικού αερίου δίνοντας προτεραιότητα στον εφοδιασμό των νοικοκυριών και μειώνοντας την παραγωγή σε ενεργοβόρους τομείς. Μια ενδεχόμενη αναστολή εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, θα εμποδίσει την Ευρώπη να γεμίσει τις αποθηκευτικές δεξαμενές μέχρι τον χειμώνα και όπως εκτιμά το Bruegel θα υποχρεώσει την Ευρώπη να μειώσει τη χρήση ενέργειας κατά 10-15%

Το 2021, το 34% του εφοδιασμού της ΕΕ με φυσικό αέριο εισήχθη από τη Ρωσία, κυρίως με αγωγό. Οι χώρες της Ανατολικής, Βορειοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης εξαρτώνται ιδιαίτερα από τη Ρωσία προσφορά. Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης αναζητούν και άλλες πηγές. Η Νορβηγία είναι βασικός προμηθευτής αερίου μέσω αγωγού και το Κατάρ και οι ΗΠΑ παρέχουν στην Ευρώπη LNG.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η αναζήτηση λύσεων καθώς η Κομισιόν έχει θέσει στόχο να αντικαταστήσει μέχρι το τέλος του έτους κατά τα 2/3 το εισαγόμενο φυσικό αέριο που για το 2021 έφθασε τα 155 bcm. Ένα εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο.

Οι Financial Times περιγράφουν το δύσκολο περιβάλλον που διαμορφώνεται και τις δυσκολίες που υπάρχουν για την αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τους FT οι εναλλακτικές λύσεις είναι οι εξής:

  • αύξηση των εισαγωγών LNG που θα μπορούσε να αντικαταστήσει 50 bcm ρωσικών εισαγωγών.
  • 10 bcm θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από εισαγωγές από χώρες όπως η Νορβηγία και η Αλγερία.
  • 3,5bcm θα μπορούσαν να προέλθουν από παραγωγή βιομεθανίου (από σπατάλη τροφίμων και κοπριά)
  • 14 bcm θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν στην οικιστική κατανάλωση αν ολοι οι καταναλωτές κατεβάσουν κατά 1C τον θερμοστάτη τους.
  • 2,5 bcm θα εξοικονομήσει η προώθηση των ηλιακών συλλεκτών οροφής
  • 1,5bcm θα μπορούσε να εξοικονομήσει ο διπλασιασμός του αριθμού αντλιών θερμότητας.
  • 20bcm θα μπορούσαν να αντληθούν από τις ΑΠΕ.

Όμως και σε ό,τι αφορά το LNG τα προβλήματα είναι πολλά. Το παγκόσμιο εμπόριο LNG το 2021 έφθασε τα 515 bcm από τα οποία η Ε.Ε. εισήγαγε περίπου 77 bcm αυτής της προσφοράς και ο στόχος της ΕΕ τώρα είναι η αύξηση αυτής της ποσότητας κατά 50 bcm.

Όμως και η προσφορά πρόσθετων ποσοτήτων LNG είναι δύσκολη αλλά υπάρχουν και σοβαρά προβλήματα σε υποδομές, καθώς οι περισσότεροι τερματικοί σταθμοί είναι στην Ισπανία και την Πορτογαλία από όπου όμως δεν υπάρχει επάρκεια αγωγών προς τη Γαλλία για την ανακατανομή του σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Η Βρετανία και η Τουρκία εισήγαγαν πάνω από 30 bcm LNG το 2021, και θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό μέρος των σχεδίων της ΕΕ δρομολογώντας προμήθειες στην Ευρώπη. Οι χώρες της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εξαρτώνται περισσότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο, η Γερμανία, η οποία δεν διαθέτει κανένα τερματικό, ενώ η Ελλάδα, οι Κάτω Χώρες, η Ιταλία, η Γαλλία και η Εσθονία έχουν προτείνει την κατασκευή ή την επέκταση υποδομών για την εισαγωγή LNG.

Ακόμη και το σχέδιο της ενοικίασης πλωτών μονάδων αποθήκευσης και επανεριοποίησης (Floating Storage Regasification Unit -FSRU) αντιμετωπίζει προβλήματα καθώς είναι επιλογές που απαιτούν χρόνο.

Οι παγκόσμιες προμήθειες είναι ένας ακόμη πονοκέφαλος καθώς αναμένεται να υπάρξει αύξηση κατά 21,5 bcm το 2022 και πιθανόν να φθάσει στα 43 bcm, εκτιμά το Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης. Η Ευρώπη θα αναζητήσει πρόσθετες ποσότητες από το Κατάρ, τις ΗΠΑ (που έχουν δεσμευθεί για αύξηση της προσφοράς προς την Ευρώπη κατά 15bcm), την Αίγυπτο και τη Δυτική Αφρική. Αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των Ασιατών που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν ακόμη πιο ψηλές τιμές.

Το σχέδιο της ΕΕ περιλαμβάνει επίσης ενίσχυση των εισαγωγών φυσικού αερίου μέσω αγωγών κατά 10 bcm από το Αζερμπαϊτζάν, την Αλγερία και τη Νορβηγία – τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης μετά τη Ρωσία. Αν και η Αλγερία έχει σοβαρά προβλήματα στις υποδομές της που αμφισβητούν την ικανότητα αύξησης των εξαγωγών προς Ιταλία και Ισπανία.

Η αποθήκευση φυσικού αερίου είναι ένα ακόμη στοίχημα και ο αρχικός στόχος για κάλυψη μέχρι τον Οκτώβριο του 90% έχει περιορισθεί πια στο 80% μέχρι τον Νοέμβριο. Το 2022 ξεκίνησε με κακές προϋποθέσεις και χαμηλά ποσοστά αποθήκευσης καθώς δεν υπήρχαν ισχυροί άνεμοι, υπήρξαν διακοπές σε πυρηνικούς σταθμούς της Γαλλίας και επειδή η ΕΕ δεν είχε φροντίσει να υπογράψει μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι προ της εισβολής η Gazprom η οποία είχε τον έλεγχο του 1/3 των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων αερίου στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία και είχε αφήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα τις αποθηκευμένες ποσότητες με αποτέλεσμα οι χώρες να είναι ακόμη πιο ευάλωτες στον ενεργειακό εκβιασμό της Μόσχας.

Η κατανάλωση άνθρακα επανέρχεται και η επαναλειτουργία μονάδων σε όλη την Ευρώπη θα μπορούσε να προσφέρει 12 bcm φυσικού αερίου. Αλλά αυτή η επιλογή είναι προσωρινή καθώς ο στόχος της ΕΕ για μείωση των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 παραμένει αμετάβλητος.

Οι ΑΠΕ επίσης δεν μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο καθώς όπως επισημαίνουν οι FT κάθε τέτοια επένδυση απαιτεί σημαντικό χρόνο και λόγω των γραφειοκρατικών εμποδίων.

Η Βρετανία αποφάσισε την κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων, αλλά φέτος η συντήρηση των γαλλικών αντιδραστήρων θα μειώσει την παραγωγή στη Γαλλία ενώ η Γερμανία είναι δεσμευμένη να κλείσει μέχρι τον Δεκέμβριο τους πυρηνικούς αντιδραστήρες της.

Από την άλλη πλευρά βεβαίως υπάρχει η αντίληψη ότι υπάρχουν τρόποι να περιορισθεί η εξαγωγική δραστηριότητα της Μόσχας ακόμη κι αν αναζητήσει νέους αγοραστές για την Ενέργεια της. Και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι μπορεί έστω και με κόστος να αποκαθηλωθεί η Ρωσία από τον «θρόνο» του μεγαλύτερου παραγωγού ενέργειας, κάτι που θα οδηγήσει σε σοβαρή υπονόμευση και του ηγεμονικού ρόλου που θέλει να διατηρήσει έναντι της Ευρώπης.

Ακόμη κι αν επιχειρήσει η Ρωσία να στραφεί στις αγορές της Ασίας υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης της Δύσης όπως αναφέρει σε άρθρο του project-syndicate ο Σάιμον Τζόνσον πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ και καθηγητής του ΜΙΤ:

Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Βρετανία και η Νορβηγία μπορούν να επιβάλουν (όπως στο Ιράν) κυρώσεις που απαγορεύουν την ασφάλιση των τάνκερ που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο και έτσι οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρίες θα υποχρεωθούν να αποχωρήσουν από τη ρωσική αγορά και θα αποθαρρυνθούν και μικρές εταιρίες που ίσως αναζητήσουν ευκαιρίες λόγω των κυρώσεων σε πλοιοκτήτες, καπετάνιους και πληρώματα…

Ο ρωσικός στόλος τάνκερ είναι μικρός (με δυνατότητα μεταφοράς σχεδόν 1 εκ βαρελιών την ημέρα) και τα εμπόδια θα είναι πολλά καθώς η μεταφορά του πετρελαίου θα πρέπει να γίνει από το Μουρμάνσκ, τη Βαλτική Θάλασσα ή τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τους μακρινούς προορισμούς της Ασίας.

Ακόμη κι αν σιγήσουν τα ρωσικά όπλα στην Ουκρανία, η μεγάλη μάχη και η μεγάλη αντιπαράθεση Δύσης – Ρωσίας μόλις έχει αρχίσει στο πεδίο της ενέργειας, που θα δοκιμάσει τις αντοχές των δυτικών κοινωνιών και θα κρίνει και τις αυτοκρατορικές επιδιώξεις αλλά και την ίδια της επιβίωση του ρωσικού καθεστώτος.

Πηγές:

https://ig.ft.com/europes-race-to-replace-russian-gas/,

www.project-syndicate.org

*Ο Νίκος Μελέτης γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά το 1962. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών. Άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος το 1987. Από το 1990 καλύπτει το διπλωματικό ρεπορτάζ, αρχικά στην ΕΡΤ και κατόπιν και στην εφημερίδα “Έθνος”. Έχει πραγματοποιήσει δεκάδες δημοσιογραφικές αποστολές σε όλο τον κόσμο, έζησε από κοντά τις αλλαγές που επέφερε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στο χώρο των Βαλκανίων και των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιώ��. Κάλυψε τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία και παρακολούθησε από κοντά όλες τις τελευταίες προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού αλλά και τη μακρά και επίπονη πορεία των ευρωτουρκικών και ελληνοτουρκικών σχέσεων.

 

 

 

 

 

(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)

Πηγή: Liberal.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *