Από το Κατί είχε ξεκινήσει η στάση του 2012 που οδήγησε στην ανατροπή του τότε προέδρου Αμαντού Τουμανί Τουρέ και συνέβαλε στην πτώση του βόρειου Μάλι στα χέρια των τζιχαντιστών οι οποίοι συνεχίζουν να δρουν στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της χώρας.

Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης είπε ότι ένας «σχετικά μικρός αριθμός» μελών της Εθνοφρουράς, που ήταν δυσαρεστημένοι λόγω μιας καθυστέρησης στην καταβολή του μισθού τους, κατέλαβαν μια αποθήκη πυρομαχικών αλλά στη συνέχεια περικυκλώθηκαν από άλλα κυβερνητικά στρατεύματα.

Οι διαδηλωτές που συγκεντρώθηκαν στο Μπαμάκο, γύρω από το Μνημείο της Ανεξαρτηρίας, επιτέθηκαν στα γραφεία του υπουργείου Δικαιοσύνης και πυρπόλησαν κάποια από αυτά, είπε ένας μάρτυρας στο πρακτορείο Reuters.

Σε άλλες περιοχές της πρωτεύουσας, τα κυβερνητικά κτήρια εκκενώθηκαν. Πυροβολισμοί ακούστηκαν κοντά στο γραφείο του πρωθυπουργού.

Τα γραφεία της κρατικής τηλεόρασης ORTM εκκενώθηκαν επίσης, σύμφωνα με τον Καλίφα Ναμάν, ένα υψηλόβαθμο στέλεχός της. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τυχόν επίθεση στο κανάλι, το οποίο εξακολουθεί να μεταδίδει μαγνητοσκοπημένο πρόγραμμα.

Ένας κάτοικος του Μπαμάκο είπε ότι ένοπλοι απέκλεισαν την πρόσβαση σε δύο γέφυρες του ποταμού Νίγηρα.

Γαλλία και ΗΠΑ καταδίκασαν τη στάση ενώ η Οικονομική Κοινότητα των Κρατών Δυτικής Αφρικής (ECOWAS) κάλεσε τους στρατιώτες να επιστρέψουν στους στρατώνες τους.

Ο Στεφάν Ντουζαρίτς, ο εκπρόσωπος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, είπε ότι ο Αντόνιο Γκουτέρες «καλεί όλους τους Μαλινέζους να διαφυλάξουν την ακεραιότητα και τους δημοκρατικούς θεσμούς» της χώρας τους.

Το Μάλι είναι κράτος της Δυτικής Αφρικής. Επί αποικιοκρατίας ονομαζόταν Γαλλικό Σουδάν. Η έκταση της χώρας είναι 1.240.192 τ.χλμ., έχει πληθυσμό (κατατάσσεται 60η) 20.251.000 κατοίκους, σύμφωνα με τη μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2020 και πρωτεύουσά του είναι το Μπαμάκο. Συνορεύει στα βορειοανατολικά με την Αλγερία, στα ανατολικά με τον Νίγηρα, στα νότια με την Μπουρκίνα Φάσο, την Ακτή Ελεφαντοστού και τη Γουινέα, και στα δυτικά με τη Σενεγάλη και τη Μαυριτανία.

 

Το πραξικόπημα του 2012

Στις 22 Μαρτίου 2012 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα στο Μάλι. Οι στασιαστές διαμαρτύρονταν για τον τρόπο που χειρίζεται η κυβέρνηση του Μάλι μια εξέγερση των Τουαρέγκ στο βορρά, και επιτέθηκαν στη διάρκεια της νύκτας 20 προς 21 Μαρτίου εναντίον του προεδρικού μεγάρου και του κτιρίου της κρατικής τηλεόρασης. Έπειτα από πολύωρες μάχες με την προεδρική φρουρά συνέλαβαν υπουργούς, μεταξύ των οποίων τον υπουργό Εξωτερικών Σουμεϊλού Μπουμπέγε Μάιγκα.

Την εξουσία ανέλαβε ο αρχηγός τους, λοχαγός Αμαντού Σανόγκο, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας και του Κράτους (CNRDRE). Λίγες ώρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, οι στασιαστές έκλεισαν τα σύνορα της χώρας.

Το πραξικόπημα βύθισε τη χώρα στο χάος. Οι αντάρτες Τουαρέγκ και ισλαμιστές κατέλαβαν τρεις πόλεις στο Βόρειο Μάλι, τις Κιντάλ, Γκάο και Τομπουκτού και τις 6 Απριλίου 2012, το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα του Αζαγουάντ, που αποτελείται από Ισλαμιστές της Άνσαρ Ντιν, μέλη της Αλ Κάιντα και Τουαρέγκ, κήρυξε την ανεξαρτησία του Αζαγουάντ, μίας περιοχής που περιλαμβάνει τις τρεις περιφέρειες του βορείου Μάλι. Η κίνηση αυτή δε βρήκε την αντίσταση του στρατού, καθώς αυτός είναι αποδιοργανωμένος και χωρίς εξοπλισμό. Έτσι, η χώρα κινδυνεύει να κοπεί στα δύο. Σύμφωνα με την διεθνή Αμνηστία, η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα ανθρωπιστικής κρίσης.

Η Γαλλία, μέσω του υπουργού Άμυνας Ζεράρ Λονγκέ απέρριψε την κήρυξη ανεξαρτησίας του Βόρειου Μάλι.

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, ο επικεφαλής του πραξικοπήματος υπέγραψε συμφωνία με την ECOWAS στο Μπαμακό τις 6 Απριλίου 2012. Η συμφωνία προέβλεπε άρση του εμπάργκο της ECOWAS στο Μάλι και αμνηστία στους στασιαστές του, σε αντάλλαγμα να παραδώσουν την εξουσία. Το εμπάργκο προέβλεπε το κλείσιμο των συνόρων των χωρών τις ECOWAS στο Μάλι, με μόνη εξαίρεση την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στο Μάλι.

Ο Τουρέ παραιτήθηκε από Πρόεδρος στις 8 Απριλίου και στις 19 Απριλίου 2012 έφυγε από τη χώρα και αυτοεξορίστηκε στη γειτονική Σενεγάλη.

Στις 20 Αυγούστου 2012 σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία εγκρίθηκε από τον προσωρινό πρόεδρο Ντιονκουντά Τραορέ. Πρωθυπουργός παρέμεινε ο Σεΐκ Μοντιμπό Ντιαρά. Ο τελευταίος απώλεσε γρήγορα την υποστήριξη του Ισλαμικού Συμβουλίου και συνελήφθη από το στρατό στις 10 Δεκεμβρίου. Ο Ντιαρά οδηγήθηκε σε στρατιωτική βάση του Κατί.

Λίγο μετά τη σύλληψή του, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την παραίτησή του, μιλώντας στην κρατική τηλεόραση.

Τον Σεπτέμβριο του 2013, έπειτα από μεταβατική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ντιονκουντά Τραορέ, ορκίστηκε πρόεδρος ο νικητής των προεδρικών εκλογών εκείνης της χρονιάς και πρώην πρωθυπουργός, Ιμπραΐμ Μπουμπακάρ Κεϊτά.