Του Γιώργου Καραμπελιά*
Αν σήμερα αντιμετωπίζουμε τη διαρκώς αυξανόμενη απειλή του τουρκικού επεκτατισμού, αυτό εν πολλοίς συμβαίνει διότι, εξαιτίας της δεκαετούς κρίσης, υποβαθμίσαμε τους εξοπλισμούς μας, που είχαν καταρρεύσει κατά 80% – προφανώς με την ευγενική χορηγία του βέτο της τρόικας του κ. Σόιμπλε. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο Ερντογάν θεώρησε πως δεν θα έχουμε τα μέσα να αμυνθούμε και θα υποχρεωθούμε να αποδεχτούμε τη… φινλανδοποίηση, προς τέρψιν του κυρίου Μαραντζίδη και των συν αυτώ.
Ωστόσο, ο σημαντικότερος παράγοντας για την παραμέληση της άμυνας συνδέεται με τη γενικότερη ιδεολογική ηγεμονία μιας εθνομηδενιστικής λογικής. Αυτή, εκκινώντας κατ’ εξοχήν από την Αριστερά, επηρέασε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, προπαντός του μιντιακού και ακαδημαϊκού συστήματος, των εκπαιδευτικών, των πανεπιστημιακών δασκάλων και του φοιτητικού κόσμου. Έτσι, κατέστη κυρίαρχη η λογική πως «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» και κάθε αναφορά στην τουρκική επιθετικότητα αποδιδόταν σε εθνικιστική παράκρουση Ελλήνων τουρκοφάγων και σοβινιστών.
Άλλωστε, στα πλαίσια του κατά Κονδύλη παρασιτικού καταναλωτισμού της χώρας, βόλευε λίγο-πολύ όλους η μείωση έως καταργήσεως της στρατιωτικής θητείας –κάτι που ευχόταν πλέον το μεγαλύτερο μέρος από τις… μανάδες της χώρας– και η καταγγελία των εξοπλισμών ως πολεμοκαπηλίας.
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως σημαντικό ρόλο σε αυτή την υποβάθμιση της σημασίας της άμυνας διαδραμάτισε η διασπάθιση μεγάλου μέρους των εξοπλιστικών προγραμμάτων από ημετέρους, μεσάζοντες, ακόμα και υπουργούς, με την ταυτόχρονη διάλυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, που αποτελούσε εμπόδιο για τους ημετέρους. Όμως και αυτή η διασπάθιση μεταβλήθηκε εν τέλει επιτηδείως σε επιχείρημα ενάντια στην ίδια την ανάγκη εξοπλισμού της χώρας. Άλλωστε, μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος είχε προσχωρήσει στη λογική του εξευμενισμού του «τουρκικού θηρίου», μέσω της ένταξής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξ ου και οι κουμπαριές, τα ζεϊμπέκικα και άλλες γελοιότητες.
Όμως, στις σημερινές συνθήκες, και ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται κυριολεκτικά στα πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης και απειλείται η ίδια η εδαφική ακεραιότητα της χώρας, έπεσε σαν βόμβα στους Έλληνες πολίτες η στάση των τριών κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς στη Βουλή: Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, συνεπικουρούντος και του Βαρουφάκη, αρνήθηκαν να υπερψηφίσουν τις αμυντικές δαπάνες της χώρας.
Γνωρίζουμε τη μακρόχρονη αρνητική παράδοση της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στην Εθνική Άμυνα της χώρας. Στη αμέσως μεταπολεμική περίοδο, εμφανιζόταν ως άρνηση της ΝΑΤΟποίησης και της αντιπαράθεσης με τη Σοβιετία. Όμως, με τη Μεταπολίτευση, η οποία επήλθε ακριβώς εξαιτίας της κυπριακής περιπέτειας, τα πράγματα αλλάζουν. Τα κόμματα της Αριστεράς και της κεντροαριστεράς, δηλαδή το ΚΚΕ Εσωτερικού και κατ’ εξοχήν το ΠΑΣΟΚ, υπερψηφίζουν –ακόμα και όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση– τις αμυντικές δαπάνες του προϋπολογισμού. Και μόνο το ρωσοεξαρτώμενο ΚΚΕ θα αγνοεί την τουρκική απειλή, καθώς προτεραιότητα γι’ αυτό αποτελούσε η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ!
Μετά την πτώση του τείχους, ο Συνασπισμός της Αριστεράς θα υπερψηφίζει τις αμυντικές δαπάνες – παρά τα φληναφήματα στελεχών και νεολαίων περί των «αδελφών», Ελλήνων και Τούρκων. Ακόμα και το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ υπερψήφισε τις αμυντικές δαπάνες του 2020, ενώ τις καταψήφισε το ΚΙΝΑΛ θεωρώντας τες –όπως και ήταν– εξαιρετικά αναιμικές. ‘Όσο για το ΚΚΕ, συνέχιζε το αντιμιλιταριστικό βιολί του – άλλωστε, το ΝΑΤΟ στρέφεται και σήμερα ενάντια στη μητέρα Ρωσία .
Αίφνης, για τον προϋπολογισμό του 2021, για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία, ένα κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης –όπως είναι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ– αρνείται να υπερψηφίσει τις αμυντικές δαπάνες. Και μάλιστα, την ίδια στιγμή που ο αρχηγός του εξαπέλυε πατριδοκαπηλικούς μύδρους στη Βουλή με αφορμή τις πραγματικές αστοχίες της κυβέρνησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Κάποιοι προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την ενέργεια του Τσίπρα ως μία «κίνηση τακτικής», ενόψει της συμπήξεως μετώπου των τριών κομμάτων στις επόμενες εκλογές που θα διεξαχθούν με απλή αναλογική. Και κάτι τέτοιο είχε ήδη διαφανεί με το κοινό τους ψήφισμα για τους εορτασμούς του Πολυτεχνείου. Εντούτοις, μπορούν άραγε λόγοι εκλογικίστικης τακτικής να δικαιολογήσουν κινήσεις που άλλοτε θα χαρακτηρίζονταν ως κινήσεις εθνικής μειοδοσίας; Είναι μια πολύ φτηνή δικαιολογία.
Άλλωστε, εάν επρόκειτο απλώς για μία πρωτοβουλία του Τσίπρα, ώστε να εξευμενίσει τον Κουτσούμπα και τον Βαρουφάκη, θα είχαν ξεσηκωθεί τα στελέχη και η βάση του κόμματος. Όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε ούτε μπορούσε να γίνει, όπως δεν έγινε και με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Διότι, στο βάθος αυτής της επιλογής, βρίσκεται το εθνομηδενιστικό υπόστρωμα του κόμματος και των στελεχών του.
Παράλληλα, είναι εντυπωσιακή η προσπάθεια να υποβαθμιστεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα από μεγάλο μέρος του Τύπου. Το ίδιο συνέβη και με ιστοσελίδες και εκπομπές που κινούνται στον χώρο της λεγόμενης πατριωτικής Αριστεράς. Όσο για εκείνους που στηρίζουν συστηματικά τις αγνές φιλελληνικές προθέσεις του Πούτιν, ακόμα περιμένουμε –ματαίως υποθέτω– να εκδηλωθούν.
Δηλαδή, το υπό διαμόρφωσιν «μέτωπο της Αριστεράς» οικοδομείται σε μία βάση ακραίου εθνομηδενισμού και δήθεν ειρηνοφιλίας. Ενώ όλοι γνωρίζουμε πως μόνο εάν επανεξοπλιστεί άμεσα η χώρα ίσως και εμποδίσουμε τον Ερντογάν να μεταβάλει τις προκλήσεις του σε στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς.
Εν κατακλείδι, δυστυχώς, η σημερινή Αριστερά, με μια πράξη υψίστης συμβολικής σημασίας, δείχνει να συνεχίζει την αρνητική της παράδοση, από τη Μικρά Ασία και το Μακεδονικό, και όχι την επίσης υπαρκτή αγωνιστική της παράδοση στην εθνική αντίσταση, την οποία και έχει απεμπολήσει εδώ και δεκαετίες. Επέλεξε την εμφυλιοπολεμική εθνομηδενιστική παράδοση για να οικοδομήσει τις πολιτικές της συμμαχίες. Έλληνες, λοιπόν, πλην Λακεδαιμονίων.
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς γεννήθηκε το 1946 στην Κάτω Αχαΐα. Από το 1964, ως φοιτητής της Ιατρικής, συμμετείχε στη Νεολαία Λαμπράκη. Μετά το 1967 σπούδασε Οικονομία στη Γαλλία. Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στον «Μάη του ’68», σε ελληνικές και γαλλικές οργανώσεις. Στη Γαλλία γράφει τα πρώτα του βιβλία. Μετά τη μεταπολίτευση συνεχίζει αδιάλειπτα την πολιτική και συγγραφική του δραστηριότητα. Αρχικά ανήκε στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά και κινούνταν στο χώρο του μαοϊκού εργατισμού στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και της αυτονομίας από το τέλος της δεκαετίας του ’70 ως τις αρχές της επόμενης.[1] Από το 1979 έως το 1993 εξέδιδε το περιοδικό Ρήξη. Το 1980, μαζί με φίλους, δημιούργησε το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο» και τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις». Από τις εκδόσεις έχουν εκδοθεί ως σήμερα πάνω από 120 τίτλοι από τους τομείς της λογοτεχνίας, του δοκιμίου, της ιστορίας, των κοινωνικών κινημάτων, της οικολογίας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Έλληνα φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου. Το 1992 πήρε το μεταπτυχιακό δίπλωμά του από την Οικονομική Σχολή των Παρισίων (Paris VII). Από το 1993 έως το 1994 διηύθυνε τον Τομέα Πρόληψης, Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης του ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Παρέστη ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη της 17 Νοέμβρη, όπου ερωτήθηκε και κατέθεσε για τα πολιτικά κίνητρα της δράσης της οργάνωσης.[2] Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Γραμματείας των Οικολόγων – Εναλλακτικών. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Σπίθας του Μ. Θεοδωράκη, από την οποία αποχώρησε στις 24 Ιουνίου 2011[3]. Από το 1995 είναι εκδότης και αρχισυντάκτης του διμηνιαίου περιοδικού «Άρδην», που συνεχίζει να εκδίδεται. Το 2006 εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Ρήξη. Ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού» που απ’ το 2011 εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό νέος Λόγιος Ερμής. Αποτελεί, επίσης ιδρυτικό και εξέχον μέλος της Κίνησης Πολιτών Άρδην, που δημιουργήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2011.[4] Το 2014 θα τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο «Ανδρέα Πετρόπουλου» για τη μελέτη του πάνω στη ζωή, το έργο και την δράση του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή: «Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί»[5]. Τον Νοέμβριο του 2016 ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που ίδρυσαν το Κίνημα Άρδην. Το 2019, στις αυτοδιοικητικές εκλογές, κατήλθε υποψήφιος για τον δήμο Αθηναίων με την κίνηση «Αθήνα για την Ελλάδα», επιτυγχάνοντας να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος με την υποστήριξη – πέραν του Κινήματος Άρδην – της Ένωσης Κεντρώων, της Δημοκρατικής Αναγέννησης και άλλων μικρότερων κινήσεων (Ελληνική Πολιτική Συνείδηση, Πατριωτική Συσπείρωση ,Πανελλήνιο Προοδευτικό Κίνημα και Πρωτοβουλία της 14ης Μάη).[6][7] Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πρεσβεύει μια ιδεολογική σύνθεση μεταξύ πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας και άμεσης δημοκρατίας, ενώ παράλληλα προτάσσει την υπέρβαση της διαίρεσης αριστεράς – δεξιάς, μέσα από την διαμόρφωση ενός νέου χειραφετησιακού οράματος του 21ο αιώνα.[8] Αναφορικά με την πολυδιάστατη κρίση της Ελλάδας, πρεσβεύει ένα όραμα ανασυγκρότησης που να στηρίζεται αποφασιστικά πάνω στην ελληνική παιδεία και πολιτισμό, αξιοποιώντας την οικουμενική του εμβέλεια, αλλά και την ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, την ανάπτυξη της έρευνας και καινοτομίας καλώντας σε έναν «ελληνικό εκσυγχρονισμό» ή «εκσυγχρονισμό της παράδοσης» όπως τον ονομάζει.[9] Λόγω των θέσεών του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (μακεδονικό, βορειοηπειρωτικό, κυπριακό), καθώς και σε ζητήματα ταυτοτήτων, συγκαταλέγεται σε μια ομάδα διανοούμενων και πολιτικών που εκφράζουν μια μορφή αριστερόστροφου εθνικισμού, συνδυάζοντας την Ορθοδοξία με την εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση και εθνικιστικές ιδέες, εκφρασμένες με αριστερή ορολογία
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή: Liberal.gr
















Leave a comment