ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ ΩΣ ΜΕΣΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

Του Δρ. Παναγιώτη Ν. Σφαέλου∗

Ο μηχανισμός προδικαστικών παραπομπών του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) παίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιόμορφη ερμηνεία του ευρωπαϊκού δικαίου στα κράτη μέλη. Οι προδικαστικές παραπομπές έχουν δώσει την δυνατότητα στο ΔΕΕ να διαμορφώσει τις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ο δικαστικός διαδραστικός διάλογος ανάμεσα στα εθνικά δικαστήρια και το ΔΕΕ έχει διαμορφώσει μια νέα αντίληψη στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ διαφωτίζουν τα εθνικά δικαστήρια ώστε οι αποφάσεις τους να είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Βεβαία, απαιτείται μια ορθολογική χρήση του μηχανισμού παραπομπών ώστε να επιτυγχάνεται η ακριβής ερμηνεία των ευρωπαϊκών διατάξεων, χωρίς ωστόσο το ΔΕΕ να υπερφορτώνεται με περιττές παραπομπές. 

 

Ο μηχανισμός προδικαστικών παραπομπών στο ΔΕΕ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, έχει κρίσιμη επίδραση στην αρμονική ανάπτυξη του δικαίου της ΕΕ και στον τρόπο με τον οποίο τα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών και της ΕΕ επικοινωνούν και συνεργάζονται. Υπάρχει, δηλαδή, ένας δικαστικός διάλογος ο οποίος επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια μαζί με το ΔΕΕ να συνδιαμορφώνουν το ενωσιακό κεκτημένο. Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής θεωρείται μακράν η πιο σημαντική πτυχή του δικαστικού συστήματος της Ένωσης. Η διαδικασία αυτή έχει παράσχει μια πλατφόρμα για το ΔΕΕ ώστε να εκδίδει αποφάσεις που καθορίζουν τις συνταγματικές σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών. Πράγματι, αυτή η διαδικασία συμβάλει στην ευρωπαϊκή νομική ολοκλήρωση. Από την άλλη πλευρά, έχει υποστηριχθεί ότι η χρήση του άρθρου 267 έχει επεκταθεί ερμηνευτικά, διευρύνοντας τα όρια του τύπου των οργάνων τα οποία μπορούν να προσφεύγουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση του Δικαστηρίου με αρνητικές συνέπειες. 

Ο κύριος σκοπός της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων είναι η αποφυγή αποκλίσεων στις αποφάσεις των δικαστηρίων των κρατών μελών για θέματα που άπτονται του ευρωπαϊκού δικαίου, εξασφαλίζοντας ομοιόμορφη ερμηνεία των ευρωπαϊκών διατάξεων σε όλα τα κράτη μέλη. Οι προδικαστικές παραπομπές ανέδειξαν μια σειρά από θέματα τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, το ΔΕΕ μπορεί να μην είχε την ευκαιρία να εξετάσει. Έτσι, το ΔΕΕ ανέπτυξε τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, όπως το άμεσο αποτέλεσμα (direct effect), ‘υπεροχή’ (supremacy), έμμεσο αποτέλεσμα (δηλ. ερμηνεία εθνικού δικαίου σύμφωνα με τις οδηγίες – indirect effect) και την υπαιτιότητα των κρατών μελών για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (state liability).

Πράγματι, μέσω της διαδικασίας προδικαστικών ερωτημάτων και ακολουθώντας μια δημιουργική ερμηνεία, το ΔΕΕ διαμόρφωσε το  δίκαιο τη ΕΕ. Μέσω της νομολογίας του, το ΔΕΕ συμβάλει καθοριστικά το ευρωπαϊκή νομική ολοκλήρωση, με τον ίδιο τρόπο που τα Αγγλικά δικαστήρια έχουν διαμορφώσει το κοινοδίκαιο (common law) μέσω της νομολογίας τους [2].

Με την απόφαση του στην ιστορικής σημασίας υπόθεση Van Gend en Loos[3] – η οποία ήταν αποτέλεσμα προδικαστικού ερωτήματος – το ΔΕΕ ξεκαθάρισε σαφώς ότι η ΕΕ αποτελεί μια «νέα έννομη τάξη» και καθιέρωσε την αρχή του αμέσου αποτελέσματος, το οποίο σημαίνει ότι, εφόσον ορισμένα κριτήρια πληρούνται, η ευρωπαϊκή νομοθεσία μπορεί να παρέχει στους πολίτες των κρατών μελών δικαιώματα εκτελεστά στα εθνικά δικαστήρια. Το ΔΕΕ έκρινε ότι αν η πρόθεση των ιδρυτικών κρατών μελών ήταν οι ιδιώτες να μην είναι σε θέση να επικαλεστούν τη Συνθήκη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το Άρθρο 267 θα έχανε την αξία του. Η στενή σχέση μεταξύ του άμεσου αποτελέσματος και της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Costa v ENEL[4], μέσω προδικαστικής διαδικασίας. Το ΔΕΕ άδραξε την ευκαιρία του προδικαστικού ερωτήματος για να διατυπώσει την αρχή της υπεροχής των ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του εθνικού. Το πιο πειστικό επιχείρημα του Δικαστηρίου ήταν η αρχή της αποτελεσματικότητας (effet utile) υποστηρίζοντας ότι εάν τα κράτη μέλη αποδέχονται νομικές υποχρεώσεις σε διεθνές επίπεδο, θα πρέπει να είναι έτοιμα να επιτρέψουν και τη μεταφορά των εν λόγω υποχρεώσεων στην καθημερινή πρακτική, μέσω των εθνικών δικαστικών οδών. Επιπλέον, η αρχή της υπεροχής είναι απαραίτητη για την ομοιομορφία του Κοινοτικού κεκτημένου. Στην υπόθεση Francovich[5], μέσω προδικαστικής διαδικασίας, το ΔΕΕ δημιούργησε την έννοια της κρατικής υπαιτιότητας για μη εφαρμογή η λανθασμένη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού δικαίου. Επίσης, στην Von Colson[6], μέσω προδικαστικής διαδικασίας, το ΔΕΕ απεφάνθη ότι σε περιπτώσεις όπου μια Οδηγία δεν έχει εφαρμογή σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών (οριζόντια εφαρμογή),[7]τότε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύει τους εθνικούς νόμους υπό το φως της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ώστε να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επομένως, οι ανωτέρω θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου είναι κοντά στο σκοπό του Άρθρου 267 και υπάρχει σαφής αλληλεξάρτηση μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων και αυτών των θεμελιωδών αρχών της ΕΕ, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την νομολογία του ΔΕΕ.

Παρά την σημαντικότατη συμβολή της διαδικασίας προδικαστικών ερωτημάτων, υπάρχουν ερωτήματα σε σχέση με το πώς το άρθρο 267 μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 267 από το ΔΕΕ ως προς τι συνιστά δικαστήριο δικαιούμενο να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα συχνά οδηγεί σε μια υπερφόρτωση του Δικαστηρίου και αύξηση του χρόνου εκδόσεως αποφάσεων. Έχει παρατηρηθεί σημαντική άνοδος προδικαστικών παραπομπών στο ΔΕΕ τα τελευταία χρόνια. Το είδος των φορέων που μπορούν να στέλνουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, είναι ένας παράγοντας που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ΔΕΕ. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αρνηθεί να δεχθεί αναφορές από διαιτητικά δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, έχει λάβει μια ευρεία, τελεολογική προσέγγιση ως προς το τι συνιστά δικαστήριο. Το όργανο παραπομπής μιας υπόθεσης πρέπει να έχει ιδρυθεί με νόμο, να είναι μόνιμου χαρακτήρα, να έχει υποχρεωτική δικαιοδοσία και να εφαρμόζει κανόνα δικαίου. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία. Τα κριτήρια αυτά επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση De Coster [2001][8].

Οποιοδήποτε εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους έχει την ευχέρεια, σύμφωνα με το άρθρο 267(2), να παραπέμψει μια υπόθεση στο ΔΕΕ, αν κρίνει ότι το ζήτημα ευρωπαϊκού δικαίου που προκύπτει είναι κρίσιμο για την τελική απόφαση του. Μετά την απόφαση στην υπόθεση R v StockExchange ex parte Else [1993][9] φαίνεται να υπάρχει ένα τεκμήριο υπέρ της παραπομπής στο ΔΕΕ. Επίσης, το Γερμανικό Σύνταγμα (Grundgezets) ορίζει το ΔΕΕ ως τον ‘φυσικό δικαστή’ και γι’ αυτό τα Γερμανικά δικαστήρια όλων των βαθμών οφείλουν να στέλνουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ[10]. Το γερμανικό μοντέλο υποχρεωτικών προδικαστικών παραπομπών είναι ακραίο διότι υπερφορτώνει το ΔΕΕ με υποθέσεις στις οποίες τα γερμανικά δικαστήρια θα μπορούσαν να εκδικάσουν χωρίς παραπομπή[11].

Σύμφωνα με το άρθρο 267(3), οποιοδήποτε εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα έχει υποχρέωση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Το ΔΕΕ ευνοεί τη συγκεκριμένη θεωρία, πράγμα που σημαίνει ότι το άρθρο 267(3) θα εφαρμόζεται στο ανώτατο δικαστήριο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Ένα παράδειγμα είναι η υπόθεση Costa v ENEL, όπου ο εναγόμενος δεν είχε κανένα δικαίωμα να προσφύγει περαιτέρω σε εθνικό επίπεδο, επειδή το διεκδικούμενο χρηματικό ποσό ήταν πολύ μικρό και έτσι έπρεπε υποχρεωτικά να σταλεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Μια έκδοση προδικαστικής απόφασης ως εκ τούτου γίνεται υποχρεωτικά όταν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία περαιτέρω δικαστική προσφυγή για τον αιτητή/τρια. Μάλιστα, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Kobler[12], υπάρχει περίπτωση ένα ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους, το οποίο δεν στέλνει προδικαστικό ερώτημα, να θεωρηθεί υπαίτιο προς έναν πολίτη του οποίου τα δικαιώματα υπό το ευρωπαϊκό δίκαιο έχουν παραβιαστεί.

Παρόλα αυτά, στην υπόθεση CILFIT[13], το ΔΕΕ έχει ξεκαθαρίσει ότι, παρά τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διατύπωσης στο άρθρο 267(3), όταν μια διάταξη είναι τόσο σαφής ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, το εθνικό δικαστήριο ανωτάτου βαθμού έχει διακριτική ευχέρεια, όπως και κάθε άλλο εθνικό δικαστήριο, να παραπέμψει μια υπόθεση. Μέσω της αρχής της σαφούς πράξης (acte claire), το ΔΕΕ έχει τροποποιήσει την υποχρέωση της Συνθήκης σχετικά με τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια να παραπέμψουν προδικαστικό ερώτημα. Σε ένα μεγάλο αριθμό περιπτώσεων είναι δύσκολο να τραβήξουμε διαχωριστική γραμμή μεταξύ των λειτουργιών του ΔEE και των εθνικών δικαστηρίων, όταν η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα καθορίζει αποτελεσματικά το ζήτημα, μην αφήνοντας ρόλο για το εθνικό δικαστήριο.

Η υποχρεωτική αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών τα εμποδίζει από το να εξασκήσουν ένα βασικό βαθμό διακριτικής ευχέρειας με αποτέλεσμα την αύξηση προδικαστικών ερωτημάτων χωρίς τα εθνικά δικαστήρια να μπορούν να τα αποφύγουν και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν χρειάζεται προσφυγή. Τα δικαστήρια θα έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια σε σχέση με τις προσφυγές προδικαστικών ερωτημάτων. Υπάρχει βέβαια και ένας φόβος ότι άρση της υποχρεωτικής προδικαστικής παραπομπής στα ανώτατα δικαστήρια, μπορεί να οδηγήσει σε απροθυμία των δικαστηρίων να στείλουν ερωτήματα με αποτέλεσμα την μη ορθή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού δικαίου.

Στην υπόθεση Fiorini[14] –  όπου το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αν μια έκπτωση σιδηροδρομικού εισιτηρίου ισοδυναμούσε με κοινωνικό ή φορολογικό πλεονέκτημα – το ΔΕΕ έκρινε ότι η έκπτωση πράγματι αποτελούσε κοινωνικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, το ΔΕΕ πρόσθεσε οτι δεν μπορεί να βγάλει απόφαση, καθώς μόνο το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει την απόφαση του ΔΕΕ και να την εφαρμόσει. Το ΔΕΕ ερμηνεύει, ενώ το εθνικό δικαστήριο αποφασίζει, έχοντας βέβαια λάβει υπόψη του την  απάντηση του ΔΕΕ στο προδικαστικό ερώτημα του. Ο Γενικός Εισαγγελέας στην υπόθεση Costa v ENEL δήλωσε ότι υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ της ερμηνείας και της εφαρμογής και το ΔΕΕ θα πρέπει να είναι προσεκτικό να μείνει στην πλευρά της ερμηνείας και μόνο.

Εν κατακλείδι, η νομική ολοκλήρωση της ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μηχανισμό προδικαστικών ερωτημάτων, ο οποίος παρέχει ομοιόμορφη ερμηνεία του Ευρωπαϊκού δικαίου. Επιτρέπει έτσι στο ΔΕΕ να αναπτύξει και να αποσαφηνίσει τις βασικές αρχές λειτουργίας του Ευρωπαϊκού νομικού συστήματος.  Όπως τονίζει ο πρώην αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου,  κ. Μπακόπουλος, «το δικαστήριο [ΔΕΕ] αφενός επιδιώκει και επιτυγχάνει την υιοθέτηση ερμηνευτικών μεθόδων που οδηγούν στη νομολογιακή διάπλαση κοινοτικών κανόνων και αρχών της μεγαλύτερης δυνατής αποδοχής από τα κράτη μέλη, και αφετέρου εμποδίζει σταθερά και ανυποχώρητα κάθε μεμονωμένη δράση των κρατών μελών, που θα μπορούσε να ανακόψει την απρόσκοπτη και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Και οι δύο αυτές επιδιώξεις του ΔΕΚ, που είναι διάχυτες στις αποφάσεις του, αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ολοκλήρωσης μέσω της νομολογίας του»[15]. Περαιτέρω, η ευρεία ερμηνεία από το ΔΕΕ σχετικά με το τι αποτελεί δικαστικό όργανο που δικαιούται να στέλνει προδικαστικά ερωτήματα και η αύξηση του αριθμού των διακριτικών και υποχρεωτικών παραπομπών επεκτείνει περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας. Ωστόσο, η συνεχής αύξηση των παραπομπών μπορεί να οδηγήσει στην υπερφόρτωση του ΔΕΕ. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Weiler[16], αυτό μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα των αποφάσεων του και την συρρίκνωση του κανονιστικού αποτελέσματος των αποφάσεων, όταν το Δικαστήριο ασχολείται περισσότερο με λεπτομέρειες από ότι με την ανάπτυξη του δικαίου της Ένωσης σε ένα μικρότερο αριθμό σημαντικών υποθέσεων. Μια πιο προσεκτική χρήση του μηχανισμού προδικαστικών παραπομπών θα εξασφάλιζε καλύτερη λειτουργία του μηχανισμού προς όφελος του δικαίου της ΕΕ. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λειτουργήσουν ως ευρωπαϊκά δικαστήρια, ερμηνεύοντας τις εθνικές νομοθεσίες υπό το φως του ευρωπαϊκού δικαίου και της νομολογίας του ΔΕΕ. Το δικαστικό σύστημα της ΕΕ βασίζεται στην συνεργασία των δικαστηρίων στην διαδικασία της νομικής ολοκλήρωσης της ΕΕ .

Υποσημειώσεις

[1] P. Craig, & G. De Burca, EU Law: Text, Cases & Materials, 4η έκδοση, (Oxford: OUP, 2008).

[2] Α. Μπακόπουλος, «Ο Ρόλος του ΔΕΚ στην Ενοποίηση της Ευρώπης με βάση τις Εξουσίες του από το Άρθρο 177 της Συνθήκης της Ρώμης», Περιοδικό Δίκη, Τόμος 1998, Φεβρουάριος 1998, σ. 1.

[3] ΔΕΚ C-26/62 Van Gend en Loos, 5/2/1963, Συλλ. ECR1 [1963].

[4] ΔΕΚ C6/64 Costa v Enel, 15/7/1964, Συλλ. ECR 585 [1964].

[5] ΔΕΚ C-6/90 & C-9/90 Francovich και Bonifaci 19.11.1991, Συλλ. ECR I-05357 [1991].

[6] ΔΕΚ C-14/83 Von Colson, 10.4.1984, Συλλ. ECR1891[1984].

[7] Οι Οδηγίες μπορούν να έχουν εφαρμογή μονό σε διαφορές ανάμεσα στο κράτος και τους ιδιώτες (κάθετη εφαρμογή) και όχι σε ιδιωτικές διαφορές (οριζόντια εφαρμογή), δείτε υπόθεση ΔΕΚ C-152/84, Marshall, 26.2.1986 ECR 723 [1986]. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως οι Oδηγίες μπορεί να παράγουν έννομα αποτελέσματα και σε ιδιωτικές διαφορές μέσω ερμηνείας (έμμεσο αποτέλεσμα).

[8] ΔΕΚ C-17/00 De Coster 29.11.2001, Συλλ. ECR I-9445[2001].

[9] ΔΕΚ R v International Stock Exchange of the UK and the Republic of Ireland, ex parte Else Συλλ. QB 534 [1993].

[10] Δείτε τις ακόλουθες γερμανικές αποφάσεις: BVerfG, 2nd Chamber of the First Senate, Decision 1, 1036/99 B v R, 9.1.2001 & BVerfG, 1st Chamber of the First Senate, Decision 1, 481/01 B v R, 10.5.2001.

[11] Για σχολιασμό του ζητήματος αυτού, δείτε:  F.AMDT, «The German Federal Constitutional Court at the Intersection of National and European Law: Two Recent Decisions», German Law Journal, Νο. 2, 2001.

[12] ΔΕΚ C-224/01 Köbler v Republik Österreich 30.9.2003.

[13] ΔΕΚ C-283/81 CILFIT v Ministry of Health ECR 3415 [1982].

[14] ΔΕΚ C-32/75 Fiorini (Cristini) v Société Nationale des Chemins de Fer Francais ECR 1085 [1975].

[15] Δείτε υποσημείωση 2 επάνω.

[16] J.H.H. Weiler, «The European Court, National Courts and References for Preliminary Rulings — the Paradox of Success: a Revisionist View of Article 177 EEC», in H. G. Schermers, C.W.A. Timmermans and A.E. Kellerman (Eds), Article 177 EEC: Experiences and Problems (Amsterdam: North-Holland, 1987) σσ. 368-369.

 

∗ Ο Παναγιώτης Ν. Σφαέλος είναι Νομικός, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και της Ένωσης Συντακτών Λονδίνου. Είναι κάτοχος Master και  Διδακτορικού από το Πανεπιστημίου του Kent και ειδικεύεται στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *