ΔΙΕΘΝΗ
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΩΣΙΑ – ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΑ

Της Judy Dempsey*

Λες και χρειαζόταν η γερμανική κυβέρνηση υπενθύμιση για το υψηλό τίμημα της εξάρτησης της από τη Ρωσία και την Κίνα.

Με τα χρόνια, αυτά τα δύο αυταρχικά καθεστώτα ενσωματώθηκαν στη γερμανική οικονομία και ευθυγραμμίστηκαν με τις ελίτ. Τέτοιες εξελίξεις εμπόδισαν την ΕΕ να χαράξει μια συνεκτική, κρίσιμης σημασίας στρατηγική, και προς τη Μόσχα και προς το Πεκίνο.

Η Ένωση διεξάγει τώρα μεγάλες πολιτικές και οικονομικές επαναξιολογήσεις των σχέσεων της με τη Ρωσία και την Κίνα. Αλλά τι γίνεται με τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης;

Με το πέρασμα των δεκαετιών, ανεξαρτήτως εάν ήταν στην κυβέρνηση οι Σοσιαλδημοκράτες ή οι Χριστιανοδημοκράτες, και τα δύο κόμματα επιδίωξαν σταθερά οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Αυτή η επιδίωξη βασίστηκε σε εθνικά και όχι ευρωπαϊκά συμφέροντα. Υποκινήθηκε από το κέρδος, όχι από αξίες ή αρχές. Αυτές οι πολιτικές βασίστηκαν επίσης αφελώς στην ιδέα ότι οι στενότεροι εμπορικοί και οικονομικοί δεσμοί, θα οδηγούσαν σε σταθερότητα, ακόμη και σε εμπιστοσύνη.

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν ο βίαιος πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 και η αδυσώπητη απολυταρχική ηγεσία της Κίνας από τον Xi Jinping, που αναμένεται να επιβεβαιωθεί από το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, θα αλλάξουν ριζικά την άποψη του Βερολίνου.

Θα πρέπει, για όποιον διαβάζει για το τι συνέβη στη γερμανική κοινοβουλευτική ακρόαση που έλαβε χώρα στις 17 Οκτωβρίου με τους προέδρους της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND), το Ομοσπονδιακό Γραφείο για την Προστασία του Συντάγματος (BfV) και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας (MAD).

Οι τρεις υπηρεσίες είχαν προειδοποιήσει, ακόμη και πριν από την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, για τη χρήση βίας και ισχύος από τον πρόεδρο Πούτιν για την επίτευξη των στόχων του.

Η πρόεδρος της MAD, Martina Rosenberg, δήλωσε πως είχε προειδοποιήσει για τις κυβερνοεπιθέσεις της Ρωσίας, για τα drones που επανειλημμένως πετούσαν πάνω από τοποθεσίες της Bundeswehr όπου λάμβαναν χώρα στρατιωτικές εκπαιδεύσεις, για κατασκοπεία στην αμυντική βιομηχανία, για εκστρατείες παραπληροφόρησης εντός των Ενόπλων Δυνάμεων. Η Κίνα, πρόσθεσε, ήταν και αυτή επίσης ιδιαίτερα ενεργή σε αυτούς τους τομείς.

Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση δεν αντέδρασε σε τέτοιες πιθανές αποσταθεροποιητικές παρεμβάσεις;

Ο πρόεδρος του BND, Bruno Kahl, δήλωσε πως οι αναφορές του για την τάση του Πούτιν στη βία ήταν πάντα “αρκετά ανεπιφύλακτες”. Αλλά, πρόσθεσε, υπήρχε η τάση “από τους πολιτικούς και τον λαό, να προτιμούν να εμπιστεύονται μια θετική χροιά”.

Ο Thomas Haldenwang, πρόεδρος του BfV, περιέγραψε πώς η Ρωσία χρησιμοποιεί όλα τα κανάλια διάδοσης ψευδών ειδήσεων. Και στη Γερμανία, η Ρωσία επωφελείται από φιλοΡώσους “influencers” και “ενεργούς πολιτικούς με ιδιαίτερη εγγύτητα στη Ρωσία, ορισμένοι εκ των οποίων διαδίδουν τη ρωσική προπαγάνδα στη γερμανική Bundestag, είτε από βαθιά πεποίθηση ή για λεφτά”.

Πραγματικά, στις 16 Οκτωβρίου ο υπουργός Εσωτερικών απέλυσε τον Arne Schonbohm, ο οποίος από το 2016 ήταν επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφάλειας Πληροφοριών, της υπηρεσίας κυβερνοασφάλειας. Φέρεται να είχε σχέσεις με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.

Οι τρεις κορυφαίοι αξιωματούχοι ασφαλείας και πληροφοριών δεν μάσησαν τα λόγια τους ούτε για την Κίνα.

Ο Kahl προειδοποίησε για μια σημαντική απειλή από μια “απολυταρχική Κίνα που δυναμώνει για να γίνει παγκόσμια δύναμη”. Δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις, η κοινωνία, η πολιτική στη Γερμανία, έδειχναν επίσης μεγάλη εμπιστοσύνη και ήταν “επώδυνα ανεξάρτητες” από μια δύναμη “που ξαφνικά δεν φαίνεται πλέον καλοπροαίρετη”.

Και οι τρεις αξιωματούχοι δήλωσαν πως προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την επιχειρηματική κοινότητα για τις προθέσεις της Κίνας. Η ισχυρή Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών άνοιξε τον δρόμο το 2019 γράφοντας ένα κρίσιμο άρθρο για την Κίνα και το πως η γερμανική βιομηχανία έπρεπε να κατανοήσει τις συνέπειες της εξάρτησης από την Κίνα τόσο για τις εξαγωγές όσο και για συγκεκριμένα εμπορεύματα. Ωστόσο, είπε ο Kahl, υπάρχει ακόμη “πολλή εμπιστοσύνη και αφέλεια… και αυτό δεν είναι σωστό”.

Παρά τις αναλύσεις αυτές, ο Γερμανός Καγκελάριος Σολτς πραγματοποιεί την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στο Πεκίνο στις αρχές Νοεμβρίου, συνοδευόμενος από μια μεγάλη επιχειρηματική αποστολή, όπως έκανε συχνά και η προκάτοχος του Angela Merkel. Εξάλλου, η Κίνα είναι ο πιο σημαντικός εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. Το 2021 το συνολικό εμπόριο μεταξύ τους διαμορφώθηκε στα 246,1 δισ. Ευρώ.

Οι παρατηρητές της Κίνας στο Βερολίνο και οι δικοί του υπουργοί, έχουν προειδοποιήσει τον Σολτς για την εγγενή κοντόφθαλμη στάση της αυξανόμενης γερμανικής εξάρτησης από την Κίνα για εξαγωγές και πρόσβαση σε πρώτες ύλες, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για τη μετάβαση της Ευρώπης στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Το υπουργείο -υπό τους Πράσινους- Οικονομικών υποθέσεων και Κλιματικής Δράσης θέλει να διαφοροποιήσει την πρόσβαση σε τέτοια υλικά, από το να πέσει στην ίδια παγίδα που οδήγησε τη Γερμανία να εξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο.

Η βιομηχανία αυτοκινήτων και χημικών της Γερμανίας, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Η BMW προσφάτως άνοιξε μια επέκταση εργοστασίου πολλών δισ. στο Shenyang, στα ΒΑ της Κίνας. Η Audi κατασκευάζει το πρώτο της εργοστάσιο ηλεκτρικών οχημάτων στην Κίνα. Η Airbus σύναψε προσφάτως συμβόλαιο με μια τοπική γραμμής τελικής συναρμολόγησης, κερδίζοντας μια παραγγελία αξίας άνω των 37 δισ. δολαρίων.

Τον Σεπτέμβριο, ο γερμανικός όμιλος χημικών BASF άνοιξε το πρώτο στάδιο του νέου της εργοστασίου, της μεγαλύτερης μεμονωμένης ξένης επένδυσης στην Κίνα, σύμφωνα με το Bloomberg. Η BASF σχεδιάζει να δαπανήσει μέχρι και 10 δισ. ευρώ μέχρι το 2030.

Η γερμανική βιομηχανία, τόσο εξαρτημένη από τις εξαγωγές, φαίνεται να κάνει τα στραβά μάτια στις συμβουλές από τα υπουργεία Οικονομικών και Εξωτερικών. Η υπουργός Εξωτερικών Annalena Baerbock, προειδοποίησε στις 17 Οκτωβρίου στο Φόρουμ του Βερολίνου που οργανώθηκε από το Korber Stiftung, για την εξάρτηση από την Κίνα.

“Το λέω πολύ ξεκάθαρα, ότι η μονόπλευρη οικονομική εξάρτηση μας, μας εκθέτει σε πολιτικό εκβιασμό. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι δεν θα κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος, και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να λάβουμε αυτό υπόψη περισσότερο σε ό,τι αγορά στην πολιτική μας προς την Κίνα”, δήλωσε.

Για την ώρα, παρά το ότι η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα τεράστια υλικά σπάνιων γαιών της ως γεωπολιτικά εργαλεία σε ό,τι αφορά στην ασφάλεια, όπως η Ρωσία χρησιμοποίησε τις εξαγωγές φυσικού αερίου στη Γερμανία, οι προειδοποιήσεις της Baerbock δεν έχουν ακόμη επιπτώσεις.

Αυτά είναι άσχημα νέα για τη Γερμανία, την ΕΕ και τις σχέσεις του Βερολίνου με τις ΗΠΑ. Όσο περισσότερο η Γερμανία εξαρτάται από την Κίνα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότατα το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει τη μόχλευση του εναντίον του Βερολίνου, ιδιαίτερα τοποθετώντας το Βερολίνο έναντι των υπολοίπων χωρών της ΕΕ. Για να μην αναφέρουμε το πολιτικό του μονοπώλιο αναφορικά με τις σπάνιες γαίες.

Όσο για το πώς θα μπορούσε να επιδεινώσει τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, απλώς διαβάστε την ομιλία του Αμερικάνου επικεφαλής εθνικής Ασφάλειας Τζέηκ Σάλιβαν για την εμπορική πολιτική απέναντι στην Κίνα. Για γεωστρατηγικούς και ανταγωνιστικούς λόγους, θέλει οι ΗΠΑ να αναπτύξουν τη δική τους κρίσιμη υποδομή υψηλής τεχνολογίας και να σταματήσουν τις εξαγωγές κρίσιμης τεχνολογίας προς την Κίνα.

Εάν η Γερμανία εισήγαγε μια στρατηγική που να μείνε την επικίνδυνη εξάρτηση της από το Πεκίνο και εγκατέλειπε όλες τις ψευδαισθήσεις για τη Ρωσία, θα μπορούσε να βοηθήσει την ΕΕ και να ενισχύσει τους διατλαντικούς δεσμούς εις βάρος της Κίνας.

Πηγή: Capital.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Συναίνεση σε Cookie με το Real Cookie Banner