ΔΙΕΘΝΗ
ΜΠΑΙΝΤΕΝ ΟΠΩΣ ΤΡΑΜΠ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Του Κώστα Ράπτη

Δεν είναι συνηθισμένο ένας Αμερικανός πρόεδρος να απολογείται, τρόπον τινά, στο εγχώριο ακροατήριό του για μια σημαντική πρωτοβουλία που σκοπεύει να πάρει στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Όμως αυτό ακριβώς έπραξε ο Τζο Μπάιντεν, δημοσιεύοντας το Σάββατο άρθρο γνώμης στη Washington Post σχετικά με τη μεσανατολική περιοδεία που ξεκινά την Τετάρτη, με σταθμούς το Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και τη Σαουδική Αραβία.

Οι επικρίσεις και οι αμφιβολίες στο αμερικανικό ακροατήριο αφορούν προφανώς τον τρίτο προορισμό, καθώς ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν αντιμετώπιζε ως παρία τον πρίγκηπα διάδοχο και ισχυρό άνδρα του βασιλείου του Σαούντ, δεδομένης και της ετυμηγορίας των αμερικανικών υπηρεσιών ότι ο Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν ήταν αυτός που διέταξε τη βάρβαρη δολοφονία του εξόριστου Σαουδάραβα δημοσιογράφου (συνεργάτη της Washington Post και προστατευόμενου της CIA) Τζαμάλ Χασόγκι στην Κωνσταντινούπολη.

“Από την αρχή, στόχος μου ήταν ο αναπροσανατολισμός (αλλά όχι η ρήξη) των σχέσεών μας με μια χώρα που υπήρξε στρατηγικός εταίρος για ογδόντα χρόνια. Σήμερα, η Σαουδική Αραβία συνέβαλε στην αποκατάσταση της ενότητας των έξι χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, υποστηρίζει πλήρως την εκεχειρία στην Υεμένη και τώρα συνεργάζεται με τους εμπειρογνώμονές μου για την αποκατάσταση των αγορών πετρελαίου από κοινού με άλλους παραγωγούς του OPEC” υποστήριξε στο άρθρο του ο Μπάιντεν, θέλοντας να δώσει την εικόνα μιας αλλαγής πορείας από μέρους του βασιλείου.

Στην πραγματικότητα, η αλλαγή πορείας είναι δική του – και δεν δυσκολεύεται να παρουσιάσει ο ίδιος τους λόγους για αυτήν.

“Ως πρόεδρος, έχω καθήκον να κρατώ τη χώρα μας ισχυρή και ασφαλή. Πρέπει να αποκρούσουμε την επιθετικότητα της Ρωσίας, να βρεθούμε στην καλύτερη δυνατή θέση ώστε να επικρατήσουμε στον ανταγωνισμό με την Κίνα και να εργασθούμε για περισσότερη σταθερότητα σε μία κρίσιμη περιοχή του κόσμου” τόνισε χαρακτηριστικά ο ένοικος του Λευκού Οίκου στο άρθρο του.

Εφόσον οι προτεραιότητες του νέου Ψυχρού Πολέμου επικρατούν κάθε άλλης, δεν είναι παράδοξο που η Ουάσιγκτον επιλέγει την οικονομία δυνάμεων και την άμβλυνση τριβών με “αξιακή” αφορμή. Ωστόσο, ούτε και στο πλαίσιο των ψυχρά ρεαλιστικών υπολογισμών ο Μπάιντεν μπορεί να επαίρεται για κάποια επιτυχία του, εφόσον η Σαουδική Αραβία επιμένει να τιμά τις συμφωνίες της με τη Ρωσία στο πλαίσιο του OPEC+ για τις ποσοστώσεις της πετρελαϊκής παραγωγής.

Ισχυρίζεται ο Αμερικανός πρόεδρος ότι παρέλαβε από τον άμεσο προκάτοχό του μια λιγότερο σταθερή Μέση Ανατολή. Όμως αντικειμενικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι η μεσανατολική πολιτική του αποτελεί συνέχεια, παρά τομή με την εποχή Τραμπ.

Ό,τι γίνεται, δεν ξεγίνεται: ούτε η αμερικανική πρεσβεία στο Ισραήλ επέστρεψε από την Ιερουσαλήμ στο Τελ Αβίβ, ούτε η Ουάσιγκτον πήρε αποστάσεις, όπως φαινόταν ότι ήθελε αρχικά η ομάδα Μπάιντεν, από τις τραμπικής εμπνεύσεως Συμφωνίες του Αβραάμ ανάμεσα στο εβραϊκό κράτος και ορισμένες αραβικές μοναρχίες. Και το κυριότερο: η κατεδάφιση από τον Τραμπ της συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης (του σημαντικότερου διπλωματικού επιτεύγματος της προεδρίας Ομπάμα) δεν έχει διορθωθεί. Οι σχετικές συνομιλίες έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο λόγω της απροθυμίας της αμερικανικής πλευράς να άρει, όπως ζητά το Ιράν, τη συμπερίληψη των Φρουρών της Επανάστασης από την κυβέρνηση Τραμπ στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Στην πραγματικότητα, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δεν συντελούν στην ανάδυση μιας περισσότερο σταθερής “Μέσης Ανατολής”. Η υπέρβαση των ενδοαραβικών συγκρούσεων μεταξύ του Κατάρ και των λοιπών μοναρχιών του Συμβουλίου του Κόλπου, η εκεχειρία στην Υεμένη και η αλλαγή ρητορικής στο Μεσανατολικό, με εκ νέου ανάδειξη της Παλαιστινιακής Αρχής ως συνομιλητή, με (χλιαρή) αποδοκιμασία των νέων εβραϊκών εποικισμών και με επαναφορά της έμφασης στη “λύση δύο κρατών”, αποτελούν την πίσω όψη μιας προσπάθειας ευθυγράμμισης των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ στην προοπτική ενός “αραβικού ΝΑΤΟ” και μιας πιθανής κλιμάκωσης της αναμέτρησης με το Ιράν, σύμφωνα με τις πάγιες επιθυμίες των “ιεράκων” εντός της ισραηλινής ηγεσίας, αλλά πλέον και των αναγκών του πλανητικού μπρα-ντε-φερ με τον αναδυόμενο ευρασιατικό άξονα.

Και από κοντά οι επικερδείς συναλλαγές: σύμφωνα με το Reuters η κυβέρνηση Μπάιντεν βρίσκεται σε συνομιλίες για την άρση του εμπάργκο πώλησης επιθετικών όπλων στη Σαουδική Αραβία, εφόσον η εκεχειρία στην Υεμένη τηρείται. Υπενθυμίζεται ότι το βασίλειο των Σαούντ απορρόφησε το 23% των αμερικανικών εξαγωγών οπλισμού μεταξύ 2017 και 2021.

Τα περί “αμερικανικών αξιών” μπορούν να περιμένουν. Όπως θα περιμένει προφανώς η μνηστή του Χασόγκι, που απηύθυνε ανοικτή επιστολή στον Μπάιντεν, ή η οικογένεια της φονευθείσας κατά τη διάρκεια ισραηλινών επιχειρήσεων στη Τζενίν Παλαιστινο-αμερικανίδας δημοσιογράφου του Al Jazeera Σιρίν Αμπου Ακλέχ, που επίσης με επιστολή της την Παρασκευή ζήτησε συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο.  

Πηγή: Capital.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *