ΑΠΟΨΕΙΣ
Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΥΚΟΛΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Γράφει ο Δρ. Μάρκος Τρούλης*

Η άναρχη δομή του διεθνούς συστήματος και η συνεπαγόμενη αβεβαιότητα επιτάσσουν την προσήλωση κάθε ορθολογικού δρώντα στο εθνικό συμφέρον.Οι επιστημονικοί όροι έχουν τη δική τους ιστορία..! Θα έλεγε κάποιος ότι η ελαφρότητα, με την οποία αναφερόμαστε σε όρους και έννοιες, προδίδει το εγγενές πρόβλημα της απουσίας θεσμών και μιας συντεταγμένης δομής χάραξης εξωτερικής πολιτικής. Στις αναφορές των δημοσιολογούντων συγχέονται τα πάντα, με σκοπό τον εντυπωσιασμό του ακροατή-ψηφοφόρου. Όμως, πώς εξηγείται ότι η ίδια ελαφρότητα χαρακτηρίζει ακόμη και τους πάσης προέλευσης «ειδήμονες»; Η σημασία της ορθής χρήσης των όρων σχετίζεται με την υιοθέτηση μιας κοινής γλώσσας και ενός κοινώς αποδεκτού άξονα σκέψης. Οι όροι δεν αποτελούν απλά αφηγηματικά εργαλεία, αλλά έχουν περιεχόμενο και σημαίνουν κάτι, όπως συμβαίνει στο σύνολο των επιστημονικών πεδίων.

 

Η γεωπολιτική, όπως έχει εξηγήσει σε πλήθος δημοσιεύσεών του ο Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Μάζης, σχετίζεται με την περιγραφή συμπεριφορών και την ανάλυση επί των κινήσεών τους με γνώμονα την επίδραση, που αυτές ασκούν στην κατανομή ισχύος και το αντίστροφο. Η γεωπολιτική συγκεφαλαιώνει την κατάσταση επί του πεδίου και αποτυπώνει αντικειμενικά τα τεκταινόμενα στο πλανητικό γίγνεσθαι, χωρίς να λαμβάνει θέση υπέρ ή κατά του οιουδήποτε. Γι’ αυτό το λόγο, θεωρείται και επιστημονικό πεδίο καθώς, όπως ο Μάζης έχει αναφέρει, δύο συνεπείς γεωπολιτικοί αναλυτές – ένας Ισραηλινός και ένας Ιρανός – θα έφθαναν ακριβώς στα ίδια συμπεράσματα για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Στον αντίποδα, η γεωστρατηγική αναφέρεται σε κάποιον συγκεκριμένο δρώντα και έχει υποκειμενική ιδιοσυστασία. Στο πλαίσιο της γεωστρατηγικής και γνωρίζοντας την – αντικειμενική – γεωπολιτική πραγματικότητα, ο λήπτης αποφάσεων καλείται να συνθέσει και να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις για την προαγωγή των συμφερόντων μιας πλευράς. Προς τούτο, η Ελλάδα διαθέτει «γεωπολιτική αξία» λόγω επί παραδείγματι της θέση της είτε επί του χάρτη είτε επί της κλίμακας ισχύος, αλλά ούτε «χαράσσει» ούτε «ασκεί γεωπολιτική».

Επίσης, ο East Med δύναται να έχει τόσο γεωπολιτική όσο και γεωστρατηγική σημασία, υπό την έννοια ότι θα αναδιαμορφώσει τους συνολικούς συσχετισμούς στην περιοχή και παράλληλα, θα αναβαθμίζει τη διεθνή παρουσία της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, η γεωστρατηγική ανήκει σε κάποιον, ενώ η γεωπολιτική συνιστά το υπερκείμενο εργαλείο αποτύπωσης και συνολικής ανάλυσης.

Εφόσον η ως άνω περιγραφείσα διάκριση καταστεί κατανοητή, τότε ίσως να γίνει αντιληπτό γιατί δεν αποτελεί «κυβίστηση», όταν κάποιος τεκμηριώνει επιστημονικά ότι ένας βασικός υπαίτιος για την κατάσταση στην Ουκρανία είναι η Δύση, αλλά ερωτώμενος παράλληλα για τη στάση της Ελλάδας απαντά ότι πρέπει να ταχθεί στο πλευρό της Δύσης. Αναλύει τις ευθύνες των δυτικών για την αποσταθεροποίηση στον πρώην σοβιετικό χώρο και τις αναίτιες επεκτάσεις του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, με άξονα τις διαρκείς προσπάθειες στραγγαλισμού της Ρωσίας, αλλά για την περίπτωση ενός δρώντα όπως η Ελλάδα, με – μεταξύ άλλων – συγκεκριμένα στρατηγικά διακυβεύματα (απειλή εξ ανατολάς), συγκεκριμένη θέση επί της ευρασιατικής περιμέτρου, συγκεκριμένη ναυτική ταυτότητα και συγκεκριμένες ιστορικές εξαρτήσεις, προτείνει τη στρατηγική ευθυγράμμιση με τη δύση (ανεξαρτήτως της κριτικής σε επιμέρους τακτικές, όπως η αποστολή όπλων ή μη – το παράδειγμα εστιάζει στο γενικό στρατηγικό προσανατολισμό).

Αλίμονο αν ο αναλυτής δεν περιέγραφε με αντικειμενικότητα τις αιτίες μιας δεδομένης αποσταθεροποίησης και εν τέλει, την ίδια την πραγματικότητα. Αλίμονο, όμως, και αν καλούμενος να προτείνει τι πρέπει να κάνει η χώρα του προχωρήσει σε εισηγήσεις με βάση μια «ηθική» παντελώς ανύπαρκτη στο επίπεδο του άναρχου διεθνούς συστήματος. Η άναρχη δομή του διεθνούς συστήματος και η συνεπαγόμενη αβεβαιότητα επιτάσσουν την προσήλωση κάθε ορθολογικού δρώντα στο εθνικό συμφέρον (της δικής του χώρας και όχι κάποιας άλλης, συμμαχικής ή αντίπαλης). Σε διαφορετική περίπτωση, το κράτος οδηγείται στην αυτοκτονία και ο «αναλυτής» τελικά είναι ο κύριος ηθικός αυτουργός.

*Ο Δρ. Μάρκος Τρούλης διδάσκει Θεωρία Διεθνών Σχέσεων, Γεωπολιτική και Τουρκική Εξωτερική Πολιτική στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στις “Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές” στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στις “Ευρωπαϊκές Σπουδές” από το London School of Economics (LSE), ενώ η διδακτορική διατριβή του διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστου. Με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. υπήρξε Research Fellow του Κέντρου Στρατηγικών Σπουδών του Ισραήλ “BESA”, ενώ έχει ολοκληρώσει δύο μεταδιδακτορικές έρευνες στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, λαμβάνοντας αριστείο από το Ι.Κ.Υ.. Είναι συγγραφέας επιστημονικών άρθρων σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, καθώς και των βιβλίων “Αμερικανοτουρκικές Σχέσεις”, “Περί Τουρκίας” και “Τουρκική Στρατηγική στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία”, ενώ έχει συγγράψει μαζί με τον Καθηγητή Ιωάννη Μάζη το βιβλίο “Τουρκική Στρατηγική στη Λιβύη” και με τον Καθηγητή Ιωάννη Μάζη και τη Δρ. Ξανθίππη Δωματιώτη το βιβλίο “Νεορεαλιστική Προσέγγιση Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων και Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση”, το οποίο έχει μεταφραστεί και στην αγγλική.

 

 

 

 

 

(To άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη) 

Πηγή: Huffingtonpost.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *