ΑΠΟΨΕΙΣ
Η ΑΝΑΖΩΠYΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛIΟΥ ΩΣ ΜAΤΡΙΞ;

Γράφει ο  Γιώργος Ρακκάς*

Αριστερά και ακροδεξιά θέλουν μια νεολαία που γοητεύεται από τον αλληλοσκοτωμό του 1945-1949.Οι συγκρούσεις στα ΕΠΑΛ Σταυρούπολης – Ευόσμου Θεσσαλονίκης, η αναφορά του ανεξάρτητου πλέον βουλευτή Κων/νου Μπογδάνου στον αντικομμουνισμό του Γεωργίου Γρίβα, ακόμα, η πρόσφατη αναδίπλωση του ΚΚΕ σε μια θεατρινίστικη αντίφα ρητορική, ή γεγονότα όπως αυτό της αποφυλάκισης του χρυσαυγίτη Γιώργου Πατέλη, θα προκαλέσουν την επαναφορά της θεματικής του εμφυλίου στη δημόσια συζήτηση.

Ιδίως στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου οπαδοί της εμφυλιακής δεξιάς και αριστεράς διασταυρώνουν τα ξίφη τους, ή επιδίδονται σε εκστρατείες διαπόμπευσης του αντιπάλου μέσα από μιμίδια, δικτυακές αφίσες, ή ανταλλαγής εκατέρωθεν συνθημάτων μίσους. Εμβληματικές ως προς αυτό υπήρξαν οι συγκρούσεις μεταξύ των νέων στα τεχνικά λύκεια της Θεσσαλονίκης, όπου το «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς» έβρισκε την απόκρισή του το «Στο Βίτσι και το Γράμμο σας θάψαμε στην άμμο». Συνθήματα που, μέσα από το «ηχείο» του φέισμπουκ και του τουΐτερ, θα αναμεταδοθούν σε εκατοντάδες ή χιλιάδες προφίλ για να αποτελέσουν την ψηφιακή εκδοχή του πολυπόθητου και για τις δύο πλευρές «τρίτου γύρου».

Η πόλωση αυτή κακοποιεί βάναυσα την ιστορική πραγματικότητα της εποχής εκείνης, αλλά και την εμπειρία των γενεών που συμμετείχαν στον εμφύλιο εκατέρωθεν. Ορισμένα παραδείγματα: Οι αριστερές νεολαίες σήμερα, αλλά και οι ακροδεξιές, καταναλώνουν τον εμφύλιο σαν μυθολογία· αδιάφορο τούς είναι το τι άφησε πίσω του στη χώρα, ή πόσο τραγικά εξελίχθηκε η αδελφοκτόνος σύγκρουση. Η οπτική αυτή, κάποτε κυρίαρχη στις γενιές που βίωσαν τον εμφύλιο και απ’ τις δύο πλευρές, τώρα αντιμετωπίζεται σαν «καθωσπρεπισμός των φιλελέδων». Αντίθετα, στο μυαλό όσων πριμοδοτούν σήμερα τη βίαιη αντιπαράθεση «αντίφα» και «φα», ο εμφύλιος είναι η ουτοπία: Η στιγμή όπου κάθε πρόσχημα καταρρέει και μια ολοκληρωτική αναμέτρηση με τον απόλυτο εχθρό όχι μόνον είναι εφικτή, αλλά και ορίζει τις τύχες όλης της κοινωνίας. 

Η λατρεία του εμφυλίου, έτσι, υπηρετεί σήμερα την ανάγκη του νεολαίου να οικοδομήσει την ηρωϊκή αυτοεικόνα ενός αντιφασίστα ή του φασίστα εκδικητή. Είναι ένας τρόπος πολιτικής έκφρασης πολύ μεταμοντέρνος, γιατί σχετίζεται με τον τρόπο που οι νέες γενιές σήμερα μεταπλάθουν τις ταυτότητές τους στη φαντασία τους, με τη βοήθεια του ψηφιακού εαυτού τους. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του στυλ είναι ότι δεν ενδιαφέρεται για τη διάσταση του αποτελέσματος στην πολιτική. Αρνείται την «ορθολογικότητα ως προς τον σκοπό», όπως την αποκάλεσε ο Μαξ Βέμπερ. Στο προκείμενο, η ίδια η διαδικασία του εμφυλίου μεταβάλλεται σε πρόγραμμα, με τον ίδιο τρόπο που η σπασμένη βιτρίνα ήταν το πρόγραμμα της εξέγερσης του Δεκεμβρίου 2008: Σκοπός δεν είναι η ιδεολογική κατίσχυση ή ο έμπρακτος κοινωνικός μετασχηματισμός προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά το να γίνουν «ένα, δύο, τρία, πολλά ΕΠΑΛ». 

 Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα αναπτύσσονται δευτερογενώς διάφορες πολιτικές σπέκουλες: Η αριστερά, λόγου χάρη, αποπειράται να κρύψει τον δικό της ολοκληρωτισμό κάτω από το χαλί της μετεμφυλιακής θυματοποίησης. Αυτό, όμως, ισχύει μόνον για την ιστορική συζήτηση. Για το σήμερα, ο θεαματικός της «αντιφασισμός» (βλέπε θεατρινισμούς τύπου Παφίλη στη Βουλή)  στοχεύει στη συγκάλυψη της κοινωνικής της ενσωμάτωσης: Ότι δηλαδή, πια, έχει μεταβληθεί στην παράταξη των μορφωτικά ανώτερων, χορτασμένων στρωμάτων της κοινωνίας, την ίδια στιγμή που ο εθνομηδενιστικός της δικαιωματισμός τη φέρνει σε αντιπαράθεση με τα λαϊκά στρώματα –μικρομεσαία και εργατικά– που έχουν πληγεί από την παγκοσμιοποίηση. Αυτή η διάσταση υπήρξε πολύ ορατή στις συγκρούσεις των ΕΠΑΛ της Θεσσαλονίκης. Η παρουσία της αριστεράς υπήρξε αλεξιπτωτιστική και το μεσοαστικό κοινωνικό της προφίλ ξένο ως προς το λαϊκό υπόβαθρο των δυτικών συνοικιών. Γι’ αυτό και εν τέλει η παρέμβασή της είχε τα ακριβώς αντίθετα των διακηρυγμένων αποτελέσματα στη λαϊκή νεολαία, που αυθόρμητα και όχι ιδεολογικά θα κλίνει προς τη στήριξη της αντίθετης πλευράς, προσλαμβάνοντας τις αριστερές καταγγελίες ως έκφραση ενός «κοινωνικού ρατσισμού» των βολεμένων, που στρέφεται εναντίον της.

Η σπέκουλα της ακροδεξιάς, πάλι, λαμβάνει δύο κυρίως εκφράσεις: Ιστορικά, σπεύδει να οικειοποιηθεί τη νίκη στον εμφύλιο –κυρίως μέσα από τις τελετές στο Βίτσι– μολονότι στην πραγματικότητα δεν ήταν δική της. Δίχως τη σύμπραξη του κέντρου, η εμφύλια αντιπαράθεση του 1945-1949 θα είχε εντελώς διαφορετική εξέλιξη, ακριβώς διότι η βεβαρημένη από τη συνεργασία με τους κατακτητές ακροδεξιά δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκροτήσει εθνικό μέτωπο. Στην πραγματικότητα, η ακροδεξιά αξιοποίησε την εμφυλιακή αντιπαράθεση για να αποσπάσει «άφεση αμαρτιών» και να βρει τη θέση που εν τέλει είχε στο μετεμφυλιακό καθεστώς. Η πολιτεία της ωστόσο μέσα στην Κατοχή στοιχειοθετούσε το πολιτικό άγος που εν τέλει θα υπονομεύσει και τη βιωσιμότητα του τελευταίου. Όσο για την παρούσα κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση, η σύγχρονη ακροδεξιά –που μοιάζει περισσότερο με την αμερικάνικη «εναλλακτική ακροδεξιά» ή τις ευρωπαϊκές οπαδικές παραφυάδες της, συνδυάζει στοιχεία αντισυστημισμού, κουλτούρας του περιθωρίου, και οργανώνεται γύρω από μια αντίληψη μιας μειοψηφίας-«μοναχικού λύκου» που στρέφεται «εναντίον όλων»– λειτουργεί ως εμφυλιακός μετασχηματιστής: Ισχυροποιείται μεν από την έντονη αντίθεση των λαϊκών στρωμάτων προς της επιλογές της παγκοσμιοποιημένης και εθνομηδενιστικής ελίτ, για να τη βραχυκυκλώσει, όμως. σε μια εσωτερική σύγκρουση εναντίον της αριστεράς, η οποία εν τέλει υπονομεύει τη διαμόρφωση ενός πατριωτικού ρεύματος από τη βάση της ελληνικής κοινωνίας.

Από τη σκοπιά του 21ου αιώνα, η αναβίωση της εμφυλιακής αντιπαράθεσης, και μάλιστα στους κόλπους της νεολαίας, είναι μια ξεκάθαρη παράνοια. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να γοητεύονται οι νέοι του 21ου από έναν αλληλοσκοτωμό ο οποίος είχε καταστροφικές συνέπειες τόσο για τα εθνικά, όσο και για τα κοινωνικά ζητήματα της χώρας, και να επιζητούν την επανάληψή του.

Υπάρχει και κάτι τελευταίο σε σχέση με τον εμφύλιο, τη δημοκρατία και τη μεταπολίτευση, που αξίζει να ληφθεί υπόψη. Η θετική τροχιά της μεταπολίτευσης, ως προς τη διεύρυνση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, συμπίπτει με μια εποχή καταλλαγής του εμφυλιακού πάθους στη βάση της κοινωνίας. Ήταν η εποχή όπου οι οικογένειες κατάφερναν να σμίξουν ξανά στο κοινό τραπέζι –με τις πολιτικές αντιθέσεις που τις δίχαζαν να εκτονώνονται σε μικροκαβγάδες. Πέρα από αυτούς, όμως, το κοινό δίδαγμα που επιθυμούσαν να μεταφέρουν οι απλοί άνθρωποι που πολέμησαν στον Εθνικό ή τον Δημοκρατικό Στρατό ήταν ένα: Η ευχή προς τις νεώτερες γενεές να μη ζήσουν ξανά αδελφοκτόνο πόλεμο. Επρόκειτο για το ιστορικό βίωμα των γενεών εκείνων που είδαν τον δυναμισμό των νιάτων τους, μαζί με εκείνον της χώρας, να καταβαραθρώνεται τραγικά στην εμφύλια αντιπαράθεση. Αυτό το ιστορικό βίωμα κατίσχυε έναντι της εκατέρωθεν ιδεολογικής ορθότητας και προκαλούσε εκείνη την απαραίτητη ενότητα του πολιτικού σώματος που βρίσκεται στα θεμέλια κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο εκδημοκρατισμός των πρώτων φάσεων της μεταπολίτευσης, επομένως, δεν ήταν «φιλελέδικος», όπως τον κοροϊδεύουν σήμερα από κοινού αριστεροί και δεξιοί, αλλά επιτεύχθηκε ακριβώς γιατί κατάφερε να απομακρυνθεί σχετικώς από το κλίμα του εμφυλίου –το οποίο θα επανέλθει λίγο αργότερα, όταν το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ θα θελήσει να διασκεδάσει την αίσθηση της απόλυτης κατάπτωσης που δημιούργησε το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Αυτά είναι όμως ιστορία. Σημασία εδώ, για το σήμερα, έχει να προσέξουμε περισσότερο το ιστορικό βίωμα, και το συμπέρασμα που συνήγε η ίδια η γενιά του εμφυλίου, όχι τη μυθολογία που σήμερα κατασκευάζεται γι’ αυτόν.

*Ο Γιώργος Ρακκάς γεννήθηκε το 1981 στην Κάτω Τούμπα της Θεσσαλονίκης. Αποφοίτησε από το 2ο Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονίκης (τώρα 28ο Λύκειο) και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο ΑΠΘ, και Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, απ’ όπου έλαβε και το διδακτορικό του πάνω στο φαινόμενο της μετανάστευσης στην Ελλάδα (2018).Απασχολείται από τα 18 του, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, σε διάφορες θέσεις, υπεύθυνος σύνταξης & ύλης περιοδικών, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοϋπάλληλος, μεταφραστής, εργάτης σε αγιογραφήσεις ναών. Σήμερα διαχειρίζεται το τμήμα ανταλλακτικών της οικογενειακής επιχείρησης μοτοσυκλετών. Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κυκλοφορούν 2 βιβλία του (Οικόπεδο και Αποικία [2014], Σύγχρονες Βαβέλ [2018]), έχει συμμετάσχει με δοκίμια και σε αρκετούς συλλογικούς τόμους, και έχει μεταφράσει επίσης τρείς τίτλους πολιτικής επιστήμης και κοινωνιολογίας (Κοινωνιολογία της Παγκοσμιοποίησης [2010], Τα Μονοπάτια του Κεφαλαίου: Δύση και Ανατολή… [2014], Η Γέννεση του Εμπορίου στην Αρχαιά Αθήνα [2018]). Αρθογραφεί από το 1999, για το περιοδικό Άρδην, από το 2004 για εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, περιοδικά, ιστοσελίδες κ.λπ. Μέλος του κινήματος Άρδην από το 1998. Δραστηριοποιείται στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τα 16 του σε κοινωνικές, περιβαλλοντικές, πατριωτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες, πάντα ανεξάρτητες και αντιμέτωπες με την κομματοκρατία και την επιμονή της στην τυφλή διχαστική έριδα. Παρακολούθησε τις διεργασίες πολλών διεθνών πρωτοβουλιών  για την αντιμετώπιση της παγκοσμιοκρατίας και των πολέμων της (Πράγα 2000, Φλωρεντία 2003, Βομβάη 2004, Παρίσι 2005, Λίβανος 2009). Από την ενηλικίωσή του, συμμετέχει σε όλες τις κινητοποιήσεις του ελληνικού λαού υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, και της πραγματικής δημοκρατίας -με τελευταίες εκείνες των πάνδημων συλλαλητηρίων ενάντια στην κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Εξελέγη δημοτικός σύμβουλος το 2014, ως επικεφαλής της δημοτικής κίνησης Μένουμε Θεσσαλονίκη, και παρέδωσε την έδρα του στα τέλη του 2016, υλοποιώντας την δέσμευση της κίνησης για εναλλαγή των προσώπων στα έδρανα του δημοτικού συμβουλίου.

25 Οκτωβρίου 2021

 

 

(Το άρθρο εκφράζει αποκλεστικά προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη)

Πηγή:  Ardin Rixi.gr 

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *