ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Του  Γιώργου Καραμπελιά* 

Ελληνισμός και τουρκισμός αποτελούν το αρχέτυπο μιας ιστορικής αντίθεσης χωρίς προηγούμενο ως προς την ένταση και τη διάρκειά της.

Οι Έλληνες, στην Ελλάδα και την Κύπρο, αποτελούν την πρώτη γραμμή, ή μάλλον το σύνορο μεταξύ δυτικής Ευρώπης και ισλαμικής Ανατολής, με την επιπλέον επιβαρυντική συνθήκη ότι αυτή η ισλαμική Ανατολή εκπροσωπείται από την Τουρκία, μια χώρα που δεν υπήρξε αποικία του δυτικού κόσμου αλλά μια επεκτατική ιμπεριαλιστική χώρα. 

Άλλωστε, η επέκταση των Τούρκων, από το 1071 και τη μάχη του Μαντζικέρτ, θα πραγματοποιείται κατ’ εξοχήν σε βάρος των Ελλήνων: ελληνισμός και τουρκισμός αποτελούν το αρχέτυπο μιας ιστορικής αντίθεσης, χωρίς ίσως προηγούμενο ως προς την ένταση και τη διάρκειά της.

Και εδώ και πενήντα χρόνια περίπου, μετά την εισβολή στην Κύπρο, η Τουρκία θα επανεμφανιστεί στο προσκήνιο των γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο όχι πλέον ως η αποσυντιθέμενη οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα αλλά ως ένας ανανεωμένος και επιθετικός τουρκικός εθνικισμός. (Βλ. Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις.)

Εντούτοις, επί δεκαετίες, στη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου, κυρίαρχο αφήγημα της Αριστεράς, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, που δεν επιθυμούσε να διαταράξει τη μεταπολιτευτική ευωχία της, υπήρξε το αφήγημα του «υποκινούμενου» από τη Δύση «τουρκικού επεκτατισμού»: πίσω από την Τουρκία «κρύβονταν» οι Αμερικανοί που υποδαύλιζαν την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, παραβλέποντας το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα στρεφόταν ενάντια στα ίδια τα συμφέροντα των Αμερικανών.  

Η απάντηση βέβαια, όπως αποδέχθηκαν σχεδόν όλοι μετά το 2020, ήταν πολύ πιο απλή: ο βασικός «υποκινητής» του τουρκικού επεκτατισμού είναι το ίδιο το τουρκικό κράτος.Όλες οι δυνάμεις των τουρκικών αρχουσών τάξεων, τόσο ο κρατικός καπιταλισμός και ο στρατός όσο και το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, τόσο οι ισλαμιστές όσο και οι «κοσμικοί», έχουν μια καταπληκτική σύμπτωση απόψεων σε σχέση με την άσκηση επεκτατικών πιέσεων ενάντια στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Παρά τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα υπάρχει απόλυτη συνέχεια ανάμεσα στις δύο τάσεις. Απλώς εκπροσωπούν διαφορετικές φάσεις της νεότερης τουρκικής ιστορίας από το 1923 και στο εξής. Η Τουρκία του Κεμάλ επιχείρησε να ενσωματώσει στον τουρκισμό και σε ένα τουρκικό εθνικό κράτος όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας, μετά την εθνοκάθαρση και την εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών. Δηλαδή, ο Κεμάλ οικοδομούσε ένα «κοσμικό κράτος» με προϋπόθεση όμως τη μουσουλμανική ταυτότητα των Τούρκων πολιτών. Με αυτόν τον τρόπο το κεμαλικό κράτος προσπάθησε να ενσωματώσει τις μουσουλμανικές εθνικές ομάδες, Λαζούς τσερκέζους, Άραβες και προπαντός τους Κούρδους. 

Όμως αυτό το εγχείρημα προσέκρουσε στη σημαντικότερη εθνική ομάδα, τους Κούρδους, οι οποίοι μάλιστα, κατά την περίοδο ενός σχετικού εκδημοκρατισμού υπό τη διακυβέρνηση Ετσεβίτ, στη δεκαετία 70, ξεκίνησαν και ένοπλο αγώνα υπό τον Οτσαλάν και το ΡΚΚ.

Στο εξής, το ίδιο το κεμαλικό πολιτικό σύστημα –μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Εβρέν το 1980– θα χρησιμοποιεί τον ισλαμισμό σε μια έσχατη απόπειρα ενσωμάτωσης των Κούρδων, καθώς είχε αποτύχει η απορρόφησή τους από τον τουρκισμό. Τότε θα δημιουργηθούν, σε μαζική κλίμακα, ισλαμικά σχολεία και οργανώσεις ενώ τον δρόμο του «ισλαμοκεμαλισμού» θα ακολουθήσει ο πραγματικός αρχιτέκτονας της νέας Τουρκίας, ο πρόεδρος Οζάλ, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και θα ακολουθήσουν ο Ερμπακάν και ο Ερντογάν που θα μεταβάλουν το πολιτικό ισλάμ στην κυρίαρχη δύναμη της Τουρκίας.  

Στη συνέχεια, όταν ο ισλαμισμός θα καταστεί παγκόσμιο κίνημα και θα καταρρεύσουν οι γειτονικές χώρες,η τουρκική εκδοχή του ισλαμισμού, στηριγμένη αρχικώς στα διεθνή δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν, θα καταστεί και «εξαγώγιμο»  προϊόν.

Άλλωστε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η αποσύνθεση του αραβικού κόσμου, με τη διάλυση του Ιράκ και της Συρίας, η αποτυχία της Αιγύπτου και της Αλ Φατάχ στην Παλαιστίνη καθώς και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θα προσφέρουν ένα πολύ ευρύτερο πεδίο στις τουρκικές φιλοδοξίες: το πεδίο των Βαλκανίων, της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου και του αραβικού κόσμου – κατ’ επέκταση του μουσουλμανικού κόσμου στο σύνολό του. Και το κύριο πρόσκομμα στην ολοκλήρωση του νεο-οθωμανικού σχεδίου παραμένουν οι Έλληνες του ελλαδικού κράτους και της Κύπρου, που «εμποδίζουν» την τουρκική επέκταση στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτά τα πλαίσια άλλωστε και το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα μεταβάλλεται σε ένα ακόμα όπλο της Τουρκίας, όπως καταδεικνύεται από την αδιάκοπη προσπάθειά της να ενισχύσει την παρουσία μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα.

Μέχρις ότου, λοιπόν, και εφόσον υποχωρήσει το ισλαμικό κύμα και πραγματοποιηθεί ο εντελώς αβέβαιος σήμερα εκδημοκρατισμός της Τουρκίας –ο οποίος έχει ως πρωταρχική προϋπόθεση την αυτοδιάθεση των κουρδικών πληθυσμών–η Ελλάδα είναι «καταδικασμένη» να ακολουθήσει μια πολιτική διατήρησης της εθνικής και πληθυσμιακής της συνοχής: ενίσχυση της δημογραφίας της και της παραγωγικής και αμυντικής της ισχύος, ώστε να αντιμετωπίσει τη μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα. Τωόντι, σε αυτόν τον αιώνα θα κριθεί αν θα συνεχίσει να υπάρχει ως ένα αυτόνομο, πολιτισμικά, πολιτικά και πολιτειακά, υποκείμενο ή θα μεταβληθεί σε ένα πέρασμα μεταξύ της ισλαμικής Ανατολής και μιας πολιορκούμενης Δύσης.

* Ο Γιώργος Καραμπελιάς γεννήθηκε το 1946 στην Κάτω Αχαΐα. Από το 1964, ως φοιτητής της Ιατρικής, συμμετείχε στη Νεολαία Λαμπράκη. Μετά το 1967 σπούδασε Οικονομία στη Γαλλία. Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στον «Μάη του ’68», σε ελληνικές και γαλλικές οργανώσεις. Στη Γαλλία γράφει τα πρώτα του βιβλία. Μετά τη μεταπολίτευση συνεχίζει αδιάλειπτα την πολιτική και συγγραφική του δραστηριότητα. Αρχικά ανήκε στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά και κινούνταν στο χώρο του μαοϊκού εργατισμού στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και της αυτονομίας από το τέλος της δεκαετίας του ’70 ως τις αρχές της επόμενης.[1] Από το 1979 έως το 1993 εξέδιδε το περιοδικό Ρήξη. Το 1980, μαζί με φίλους, δημιούργησε το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο» και τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις». Από τις εκδόσεις έχουν εκδοθεί ως σήμερα πάνω από 120 τίτλοι από τους τομείς της λογοτεχνίας, του δοκιμίου, της ιστορίας, των κοινωνικών κινημάτων, της οικολογίας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Έλληνα φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου. Το 1992 πήρε το μεταπτυχιακό δίπλωμά του από την Οικονομική Σχολή των Παρισίων (Paris VII). Από το 1993 έως το 1994 διηύθυνε τον Τομέα Πρόληψης, Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης του ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Παρέστη ως μάρτυρας υπεράσπισης του Δημήτρη Κουφοντίνα στη δίκη της 17 Νοέμβρη, όπου ερωτήθηκε και κατέθεσε για τα πολιτικά κίνητρα της δράσης της οργάνωσης.[2] [3]  Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Γραμματείας των Οικολόγων – Εναλλακτικών. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Σπίθας του Μ. Θεοδωράκη, από την οποία αποχώρησε στις 24 Ιουνίου 2011[4]. Από το 1995 είναι εκδότης και αρχισυντάκτης του διμηνιαίου περιοδικού «Άρδην», που συνεχίζει να εκδίδεται. Το 2006 εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Ρήξη. Ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού» που απ’ το 2011 εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό νέος Λόγιος Ερμής. Αποτελεί, επίσης ιδρυτικό και εξέχον μέλος της Κίνησης Πολιτών Άρδην, που δημιουργήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2011.[5] Το 2014 θα τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο «Ανδρέα Πετρόπουλου» για τη μελέτη του πάνω στη ζωή, το έργο και την δράση του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή: «Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί»[6]. Τον Νοέμβριο του 2016 ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που ίδρυσαν το Κίνημα Άρδην. Το 2019, στις αυτοδιοικητικές εκλογές, κατήλθε υποψήφιος για τον δήμο Αθηναίων με την κίνηση «Αθήνα για την Ελλάδα», επιτυγχάνοντας να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος με την υποστήριξη – πέραν του Κινήματος Άρδην – της Ένωσης Κεντρώων, της Δημοκρατικής Αναγέννησης και άλλων μικρότερων κινήσεων (Ελληνική Πολιτική Συνείδηση, Πατριωτική Συσπείρωση ,Πανελλήνιο Προοδευτικό Κίνημα και Πρωτοβουλία της 14ης Μάη).[7][8] Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πρεσβεύει μια ιδεολογική σύνθεση μεταξύ πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας και άμεσης δημοκρατίας, ενώ παράλληλα προτάσσει την υπέρβαση της διαίρεσης αριστεράς – δεξιάς, μέσα από την διαμόρφωση ενός νέου χειραφετησιακού οράματος του 21ο αιώνα.[9] Αναφορικά με την πολυδιάστατη κρίση της Ελλάδας, πρεσβεύει ένα όραμα ανασυγκρότησης που να στηρίζεται αποφασιστικά πάνω στην ελληνική παιδεία και πολιτισμό, αξιοποιώντας την οικουμενική του εμβέλεια, αλλά και την ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, την ανάπτυξη της έρευνας και καινοτομίας καλώντας σε έναν «ελληνικό εκσυγχρονισμό» ή «εκσυγχρονισμό της παράδοσης» όπως τον ονομάζει.[10] Λόγω των θέσεών του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (μακεδονικό, βορειοηπειρωτικό, κυπριακό), καθώς και σε ζητήματα ταυτοτήτων,[εκκρεμεί παραπομπή] συγκαταλέγεται σε μια ομάδα διανοούμενων και πολιτικών που εκφράζουν μια μορφή αριστερόστροφου εθνικισμού, συνδυάζοντας την Ορθοδοξία με την εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση και εθνικιστικές ιδέες, εκφρασμένες με αριστερή ορολογία.[11]  Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Γ. Καραμπελιά, 1821-2021: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση; (Εναλλακτικές Εκδόσεις). 

Με πληροφορίες από:  Huffingtonpost.gr

 

 

 

Πηγή: Anixneuseis.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *