ΑΠΟΨΕΙΣ
ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΘΕΜΑ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΩΝ;

Του Γεωργιου Π. Χρουσου*

Τα τελευταία χρόνια έχει λάβει χώρα μια πρωτόγνωρη για την ανθρωπότητα, σχεδόν παγκόσμια, βαθμιαία αλλαγή στην κοινωνική και οικογενειακή δομή, η οποία είναι σε συνάρτηση με την άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των κοινωνιών. Η αλλαγή αυτή έχει τεράστιες δημογραφικές, οικονομικές και στρατηγικές επεκτάσεις για σχεδόν όλο τον κόσμο, αλλά και για τη χώρα μας. Π.χ., ο πληθυσμός της Ευρώπης που ήταν περίπου 20% του παγκόσμιου πληθυσμού το 1900, σήμερα αντιστοιχεί γύρω στο 10%. Αντίθετα, η Ασία έχει ανέβει σε άνω του 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ στα επόμενα 50 χρόνια υπολογίζεται ότι η πλειονότητα των γεννήσεων θα είναι στην Αφρική. Είναι ενδιαφέρον ότι η ως άνω ριζική παγκόσμια αλλαγή είναι σε απόλυτη αρνητική συσχέτιση με τον «Δείκτη Ολικής Γονιμότητας» (ΔΟΓ), που είναι ο αριθμός των παιδιών τα οποία μια γυναίκα αποκτάει κατά τη διάρκεια της ζωής της, και αυτό αξίζει να συζητηθεί και να γίνει κατανοητό.

Φυσικά, ο πιο ισχυρός περιοριστικός παράγοντας του ΔΟΓ είναι η διάρκεια της γόνιμης περιόδου μιας γυναίκας από την εμμηναρχή μέχρι την εμμηνόπαυση. Η μέση ηλικία της εμμηναρχής έχει μειωθεί από τα 17 χρόνια, που ήταν στις προβιομηχανικές κοινωνίες, σε λίγο κάτω από 13 χρόνια στον σημερινό δυτικό κόσμο, ενώ, παράλληλα, η μέση ηλικία της εμμηνόπαυσης έχει αυξηθεί από τα περίπου 47 στα 51 έτη.

Οι αλλαγές αυτές έχουν οδηγήσει σε αύξηση του χρόνου γονιμότητας μιας γυναίκας από 30 σε 38 χρόνια. Κατά την περίοδο της γονιμότητας, υπάρχει δυνατότητα για περίπου 350-400 ωορρηξίες, ενώ κάθε κύηση που ακολουθείται από μερικούς μήνες γαλακτοφορίας αποκλείει περίπου 16 ωορρηξίες. Με αυτούς τους υπολογισμούς μια γυναίκα στη ζωή της θα μπορούσε να αποκτήσει μέχρι περίπου 24 ζώντα παιδιά, κάτι που όμως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχει ισχύσει ποτέ. Στην πραγματικότητα, ο ΔΟΓ σε κοινωνίες που δεν χρησιμοποιούσαν ή δεν χρησιμοποιούν έλεγχο των γεννήσεων είναι συνήθως 7-8, λόγω συνδυασμού της εγγενούς στειρότητας του πληθυσμού, απώλειας κυήσεων, γέννησης θνησιγενών νεογνών, και πρόωρης μητρικής θνησιμότητας.

Ξεκινώντας περίπου 200 χρόνια πριν, με πρώτη τη Δανία, ο ΔΟΓ άρχισε να ελαττώνεται, έτσι ώστε ο σύγχρονος κόσμος να έχει μέτρια, χαμηλή ή εξαιρετικά χαμηλή γονιμότητα, παρά την αύξηση του χρόνου γονιμότητας των γυναικών. Η μετάβαση αυτή ξεκίνησε σε διαφορετικούς χρόνους για κάθε χώρα και προχώρησε με διαφορετική ταχύτητα. Η επιθυμία για λιγότερα παιδιά επηρεάστηκε από διάφορους, μερικές φορές συνεργιστικούς, παράγοντες που συμπεριλαμβάνουν την άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου (standard of living), την εκβιομηχάνιση των αγροκαλλιεργειών, την αντικατάσταση των ζώων φορτίου και ανθρώπων από μηχανές, τη μαζική εκβιομηχάνιση και προσέλευση του πληθυσμού στις πόλεις (αστικοποίηση), τη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή και την οικονομία –με συνέπεια τη ζητούμενη κοινωνική ενδυνάμωσή τους, αλλά και την πρώτη εγκυμοσύνη τους σε μεγαλύτερη ηλικία–, τη μαζική υποχρεωτική παιδεία, την καλύτερη παροχή υπηρεσιών υγείας, τη βελτιωμένη επιβίωση των νεογνών και την παροχή εγγυημένων συντάξεων στους ηλικιωμένους.

Η βαθμιαία μετάβαση σε χαμηλό ΔΟΓ, που αφορά το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, σημαίνει μια μεγάλη στροφή από την ποσότητα στην ποιότητα των παιδιών, και αυτό είναι, προφανώς, καλό και επιθυμητό για όλο τον πλανήτη. Είναι γνωστό όμως ότι όταν ο ΔΟΓ κατέβει στο 2.1, η γέννηση παιδιών είναι αρκετή μόνο για να ισοφαρίσει τους θανάτους και, συνεπώς, να διατηρήσει τον πληθυσμό μιας χώρας σταθερό. Στη χώρα μας, ο ΔΟΓ από 5-6 που ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, ελαττώθηκε στο 2.1 το 1980, και έκτοτε βαίνει μειούμενος, με τον τρέχοντα δείκτη να κυμαίνεται μεταξύ 1.3 και 1.4. Αυτή η αλλαγή προοιωνίζεται μεγάλη ελάττωση του πληθυσμού της χώρας μας στις επόμενες δεκαετίες. Οι αριθμητικές λύσεις, αν θέλουμε να διατηρηθούμε σαν «εθνικός» λαός με ελληνική συνείδηση, είναι δύο, χωρίς η μία να αποκλείει την άλλη. Αυτές είναι η αύξηση της γεννητικότητας σε ΔΟΓ άνω του 2.1 ή/και είσοδος μεταναστών στη χώρα και πολιτιστική αφομοίωσή τους. Μετανάστευση και αφομοίωση έχει λάβει χώρα επανειλημμένα στο παρελθόν στη χώρα μας, όπως αποδεικνύεται και στο DNA των Νεοελλήνων, οι οποίοι μοιράζονται περίπου το 70% του γονιδιώματός τους με τους αρχαίους κατοίκους της ελληνικής κοιτίδας. Οχι, βέβαια, ότι το γονιδίωμα είναι κρίσιμο στη διατήρηση ενός πολιτισμού –όπως ο ελληνικός, ή οποιοσδήποτε άλλος–, ούτε ότι ο Ελληνισμός δεν ασπάζεται την ανεξιθρησκεία και δεν δέχεται την πολυ-πολιτισμικότητα.

Μέχρι σήμερα, σχεδόν καμία χώρα δεν έχει καταφέρει να αναστρέψει πλήρως την υποχώρηση του ΔΟΓ σε επίπεδα που να οδηγούν σε διατήρηση ενός πληθυσμού σε σταθερό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται προσπάθειες, και η χώρα μας έχει κάνει και εξακολουθεί να κάνει τέτοιες προσπάθειες. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί λόγοι υπέρ της διατήρησης του πληθυσμού μας σταθερού αριθμητικά ή, ακόμα καλύτερα, για την αύξησή του, και αυτοί είναι πέραν της συνέχισης της ιστορικότητάς μας ως λαού. Μια χώρα χρειάζεται νέους για να δημιουργεί, να παράγει, να κινεί την οικονομία, να συντηρεί το βιοτικό επίπεδο, να προστατεύει τη χώρα στρατιωτικά, και να ζει με ανθρωπισμό, κοινωνική προσφορά και σεβασμό της αξιοπρέπειας των κατοίκων της.

Αλλά, προφανώς, πέραν της ποσότητας, είναι και η ποιότητα των νέων που παίζει τεράστιο ρόλο στην επιβίωση και επιτυχία μιας κοινωνίας. Και εδώ είναι πολύ σημαντική η ποιότητα της γονεϊκότητας –και της μητρότητας και της πατρότητας–, η υποστήριξη της κύησης, η επισταμένη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση των παιδιών, κατ’ αρχήν στα 5 πρώτα, ιδιαίτερα ευαίσθητα, χρόνια της ζωής τους, και, εν συνεχεία, η σχολική και μετασχολική μόρφωσή τους. Συνεπώς, πέραν των δύο ως άνω ποσοτικών λύσεων, υπάρχει και η ποιοτική. Αλλωστε και ο Πυθαγόρας έλεγε: «Οχι κατ’ ανάγκην πολλά, αλλά ωραία (σωστά) παιδιά πρέπει να έχει ο κάθε οίκος… Μόνον έτσι θα ευνομούνται οι πόλεις και θα ευτυχούν οι οίκοι». Ισως, πιο μορφωμένοι, συνειδητοποιημένοι, καλλιεργημένοι νέοι, με μεγαλύτερη αποδοτικότητα για την κοινωνία, είναι μια τρίτη, εφικτή λύση του δημογραφικού προβλήματος που δεν αποκλείει τις άλλες δύο. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια έχει λάβει χώρα μια σχεδόν μαζική διαρροή νέων μορφωμένων Ελληνίδων και Ελλήνων στο εξωτερικό – κάτι που για τον ελλαδικό χώρο είναι αντίθετο με τις προσπάθειες της χώρας για αύξηση του ΔΟΓ και, προφανώς, αντιπαραγωγικό. Ομως, είναι αναστρέψιμο με τη δημιουργία ενός οικοσυστήματος που να ευνοεί την παλιννόστηση και την, υπό την καλή έννοια, εκμετάλλευση των νέων γνώσεων και δεξιοτήτων που απέκτησαν οι νέοι στο εξωτερικό (το λεγόμενο «win-win» για αυτούς και για τη χώρα).

Το δημογραφικό μας ζήτημα αφορά την επιβίωσή μας ως ενός λαού με ελληνική ταυτότητα που ζει στην αρχαία κοιτίδα του Ελληνισμού, που διατηρεί την ιστορική του μνήμη, και που ασπάζεται τις παραδόσεις και τις αρετές που του κληροδότησαν οι πρόγονοί του. Αφορά τη διατήρηση μιας δημιουργικής κοινωνίας που πρωτοπόρησε διαχρονικά στον παγκόσμιο πολιτισμό, έτσι ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την κατά δύναμη προσφορά της στην ανθρωπότητα.

Το ελληνικό «θαύμα» σε πολιτισμό και σε αγώνες που έλαβε χώρα διαχρονικά επί τρεις χιλιετηρίδες, και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην παγκόσμια ιστορία, μπορεί σήμερα να μην είναι δυνατόν να επιτευχθεί στο πρότερο μεγαλείο του, μπορεί όμως να συνεχιστεί με την αδιάλειπτη παρουσία μας και συνεισφορά μας ως έθνος και χώρα στον σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμό.

* O κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι παιδίατρος-ενδοκρινολόγος, ομότιμος καθηγητής Ιατρικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, διευθυντής στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας Μητέρας, Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας, επικεφαλής έδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής.

 

 

 

(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις κα εκιιμήσεις του συντάκτη) 

Πηγή: Kathimerini.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *