ΔΙΕΘΝΗ
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΟΥΝ ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΪΒΑΝ

Της Janka Oertel*

Η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι, μόλις προ ημερών ολοκλήρωσε την επίσκεψή της στην Ταϊβάν. Επίσκεψη που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της περιοδείας της σε χώρες του Ινδο-Ειρηνικού, επισκεπτόμενη φίλους και συμμάχους της Ουάσιγκτον σε μια περιοχή ιδιαίτερα σημαντική για την παγκόσμια ανάπτυξη αλλά και επίκεντρο της εντεινόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.

Το ταξίδι της προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πεκίνου, καθώς η πολιτική ηγεσία της Κίνας διεκδικεί τη κυριαρχία της νήσου και δεν έχει αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την επιθυμία της να αποκτήσει τον έλεγχο της, κατά το Πεκίνο, αποσχισθείσας επαρχίας. Εάν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα επιτύχει τον στόχο του, μία από τις πιο δυναμικές και προοδευτικές δημοκρατίες στην Ασία θα περιέλθει υπό τον έλεγχό του – και, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Πρέσβης της Κίνας στη Γαλλία, “μετά την επανένωση θα ακολουθήσει η επανεκπαίδευση”.

Χαρακτηρίζοντας την επίσκεψη της Πελόζι ως “απόλυτη πρόκληση”, το Πεκίνο προσπαθεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω αύξηση της στρατιωτικής πίεσης προς την Ταϊβάν και να αλλάξει το status quo και τα καθιερωμένα πρωτόκολλα. Το Πεκίνο εντείνει επίσης το αφήγημά του ότι απλώς ανθίσταται στην επιθετική συμπεριφορά των άλλων – ότι αποτελεί θύμα της απροθυμίας των ΗΠΑ να αποδεχθούν έναν μικρότερο ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και ότι η Κίνα πρέπει να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. 

Αφήγημα που ακολουθεί τη ρητορική της Σινο-Ρωσικής ανακοίνωσης της 4ης Φεβρουαρίου, η οποία υποστηρίζει ότι “συγκεκριμένες χώρες, στρατιωτικές και πολιτικές συμμαχίες, και συνασπισμοί” προσπαθούν να αποκτήσουν “στρατιωτικά πλεονεκτήματα σε βάρος της ασφάλειας των άλλων… εντείνουν την γεωπολιτική αντιπαλότητα, τροφοδοτούν τον ανταγωνισμό και τις αντιπαραθέσεις, και υπονομεύουν σοβαρά τη διεθνή τάξη ασφάλειας και την παγκόσμια στρατηγική σταθερότητα”.

Το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε από τις προσπάθειες των ΗΠΑ να αμφισβητήσουν την εξουσία της κινεζικής αντιπροσωπείας στην Ταϊβάν και από το γεγονός ότι τόσο η κυβέρνηση της Ταϊβάν όσο και η αντιπολίτευση χαιρέτησαν την επίσκεψη. Κινέζοι διπλωμάτες προειδοποιούν ότι οι ΗΠΑ θα μετανιώσουν για την “παρέμβασή” τους στη σχέση των δύο χωρών και θα υποστούν τις συνέπειες των συνεπακόλουθων εξελίξεων, ρίχνοντας στην Ουάσιγκτον την ευθύνη για οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης.

Η αμερικανική κυβέρνηση παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις. Το ίδιο και οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι ανησυχούν για το πώς η περαιτέρω κλιμάκωση στον Ινδο-Ειρηνικό θα μπορούσε να αποστρέψει με συνοπτικές διαδικασίες την προσοχή της Ουάσιγκτον από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αλλά, την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να προετοιμάζονται γι’ αυτό το σενάριο από τις 24 Φεβρουαρίου του 2022, όταν η Ρωσία εξαπέλυσε την ολοκληρωτική εισβολή της στην Ουκρανία.

Η Ευρώπη ενδιαφέρεται επί της ουσίας για τη σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν. Δεδομένου ότι μια σύγκρουση εκεί θα επέφερε τεράστιο πλήγμα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην παγκόσμια οικονομία – και, κυρίως, στην πίστη των πολιτών ότι οι δημοκρατίες έχουν την ικανότητα να αντισταθούν στις αυξανόμενες απολυταρχικές πιέσεις. Η καλύτερη απάντηση στον εκφοβισμό όμως είναι η συλλογική αμφισβήτηση και όχι η συγκατάβαση. Η πρόσφατη δήλωση των υπουργών Εξωτερικών της Ομάδας των Επτά (G7) για την Ταϊβάν αποτελεί ένα σημαντικό μήνυμα, ωστόσο οι βουλευτές, όπως η Πελόζι και οι Ευρωπαίοι βουλευτές δείχνουν ότι μπορούν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο σε όλη αυτήν την κατάσταση. Οι Ευρωπαίοι δεν πρέπει να δίνουν αφορμές στο Πεκίνο να εντείνει την επιθετικότητά του εφευρίσκοντας δικαιολογίες. Σιγοντάροντας το αφήγημα της Κίνας όσον αφορά την επίσκεψη της Πελόζι στην Ταϊβάν μόνο προς όφελος του Πεκίνου λειτουργούν.

Με αφορμή το ταξίδι της Πελόζι, η ηγεσία της Κίνας έχει ήδη ανακοινώσει απαγορεύσεις στις εισαγωγές τροφίμων και αγροτικών προϊόντων από την Ταϊβάν, καθώς και περιορισμούς στις εξαγωγές. Ξεκίνησε δε μια άνευ προηγουμένου σειρά στρατιωτικών ασκήσεων με πραγματικά πυρά κοντά στην Ταϊβάν, εφαρμόζοντας ουσιαστικά ενός είδους αποκλεισμό του νησιού, τουλάχιστον για μερικές ημέρες. Το γεγονός ότι αυτές οι κινήσεις δεν έχουν επηρεάσει ακόμη τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού οφείλεται κυρίως στο συνετό σχέδιο έκτακτης ανάγκης που ακολουθεί η Ταϊβάν

Το Πεκίνο φαίνεται ότι δεν θέλει να ξεκινήσει μια εισβολή, αλλά αντ’ αυτού να προβεί σε μια επίδειξη δύναμης -και, ως ωφέλιμη παρενέργεια, να παρέχει στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό την ευκαιρία να ενισχύσει την ετοιμότητά του και να εξασκηθεί σε συντονισμένες επιχειρήσεις της πολεμικής αεροπορίας και του ναυτικού. Όλο αυτό ενέχει αυξημένο κίνδυνο να υπάρξει κάποιος λάθος υπολογισμός ή να συμβεί ένα ατύχημα. Οι μη στρατιωτικές μετακινήσεις θα επηρεαστούν. Και το Πεκίνο θα μπορούσε να αποφασίσει να παρατείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα. Παρότι οι ΗΠΑ φέρουν όλη την ευθύνη, τις συνέπειες της υφίσταται η Ταϊβάν. Αλλά στην Ταϊπέι δεν επικρατεί πανικός, καθώς δεν πρόκειται για μια νεοεμφανιζόμενη απειλή – απλώς έγινε πιο εμφανής στον υπόλοιπο κόσμο.

Η ηγεσία της Ταϊβάν έχει επανειλημμένως ζητήσει υποστήριξη για να αντιμετωπίσει την αυξημένη επιθετικότητα των τελευταίων ετών. Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ταϊπέι έχει εντείνει τις προσπάθειές της να ενισχύσει την αμυντική της ικανότητα. Την ίδια ώρα, η πολιτική ηγεσία της χώρας, υπό την πρόεδρο Τσάι Ινγκ-γουέν, έχει αποφύγει οποιουδήποτε είδους επιθετική ενέργεια ή ρητορική: δεν έχει μιλήσει για ανεξαρτησία αλλά έχει δημιουργήσει ένα πρότυπο σύστημα αντιμετώπισης της αυξανόμενης κινεζικής παραπληροφόρησης, συνεργαζόμενη με τους εταίρους της για αποκρούσει αυτές τις υβριδικές επιθέσεις του Πεκίνου. Όλο αυτό το διάστημα, μάλιστα, η κυβέρνηση της Τσάι επέδειξε εξαιρετική πολιτική πειθαρχία και αυτοσυγκράτηση.

Ωστόσο, οι περισσότεροι πολίτες της Ταϊβάν φαίνεται να εκλαμβάνουν την επίσκεψη της Πελόζι ως κρίσιμη στήριξη σε μια δύσκολη περίοδο. 

Οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου άμυνας και αναγνώρισης του νησιού από την κινεζική πολεμική αεροπορία έχουν γίνει τόσο συχνές που πλέον μόνο όταν αφορούν σημαντικές προκλήσεις απασχολούν τα δελτία ειδήσεων. Ο δε κινεζικός στρατός -εξοπλισμένος με ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη όπως τα SU-35 και με πυραύλους S-400, που απέκτησε το Πεκίνο για το ενδεχόμενο έκτακτης ανάγκης στην Ταϊβάν- πραγματοποιούν πλέον τακτικά ασκήσεις στην ανατολική ασία από κοινού με ρωσικές δυνάμεις. Και η Κίνα επιδιώκει να αυξήσει ακόμη περισσότερο το οπλοστάσιό της, με πυραύλους και άλλα προηγμένα οπλικά συστήματα, στο Στενό της Ταϊβάν.

Η Ταϊβάν όμως δεν αποτελεί τον μόνο στόχο του Πεκίνου, καθώς η Κίνα επιδιώκει να αποκτήσει πιο ισχυρό ρόλο, τόσο σε περιφερειακό όσο και παγκόσμιο επίπεδο. Το Πεκίνο συμπεριφέρεται επιθετικά σε μεγάλες περιοχές του Ινδο-Ειρηνικού. Η Κίνα έχει πλέον εμπλακεί σε διαμάχες με γειτονικές χώρες που εκτείνονται από την Ινδία και τις Φιλιππίνες μέχρι την Αυστραλία, ασκώντας διαφορετικού βαθμού στρατιωτικές ή οικονομικές πιέσεις σε αυτές ώστε να ευθυγραμμιστούν με τις πολιτικές απαιτήσεις της.

Η Ταϊπέι από τη μεριά της έχει εστιάσει στη συνεχιζόμενη οικονομική εξάρτησή της από την Κίνα και προσπαθεί να εξασφαλίσει στήριξη για να υπερασπιστεί την υπέρτατη αξία της: τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Και αυτό φαίνεται να έχει απήχηση στους πολιτικούς σε όλο τον κόσμο – κυρίως στους Ευρωπαίους. Τα τελευταία χρόνια, Ευρωπαίοι βουλευτές μιλούν ολοένα και περισσότερο για τις απειλές από το Πεκίνο, είτε αφορούν την παρουσία της Huawei στην ανάπτυξη των δικτύων 5G της Ευρώπης, είτε τις κινεζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ, είτε τη δραστική υπονόμευση των ελευθεριών στο Χονγκ Κονγκ.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ταϊβάν τους τελευταίους μήνες έχει δεχθεί επισκέψεις από δεκάδες βουλευτές, μεταξύ άλλων από βουλευτές κρατών μελών της ΕΕ και από τον αντιπρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπό αυτό το πρίσμα, το ταξίδι της Πελόζι δεν αποτελεί απαράδεκτη απόκλιση από τα καθιερωμένα πρωτόκολλα όπως ισχυρίζεται η Κίνα. Η επίσκεψη βέβαια αποτέλεσε θέμα διαμάχης στο εσωτερικό των ΗΠΑ – ακόμη και μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων της ομάδας εθνικής ασφάλειας του προέδρου Τζο Μπάιντεν, όπως αποκάλυψαν τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, η Πελόζι έλαβε ευρεία στήριξη από τους συναδέλφους της βουλευτές, σε μια σπάνια ένδειξη διακομματικής ομοψυχίας σε ένα κατά τ’ άλλα βαθιά διχασμένο Κογκρέσο.

Ως εκ τούτου, το ταξίδι της Πελόζι αποτελεί επίσης ένδειξη μιας θεμελιώδους αλλαγής όσον αφορά την προθυμία των βουλευτών και την ικανότητά τους να υποστηρίξουν τις αρχές της Δημοκρατίας, και να επιδείξουν την αποφασιστικότητά τους να εναντιωθούν στη χρήση αναγκαστικής βίας – σε μια εποχή αυξανόμενης συστημικής αντιπαλότητας με την Κίνα και εντεινόμενων πιέσεων από την Ταϊβάν. Πρόκειται για μια ειρηνική και ευθαρσώς μη προκλητική μορφή δημοκρατικής αποτροπής.

*H Janka Oertel είναι Διευθυντής, Ανώτερος συνεργάτης του προγράμματος Ασίας, σε τόμεις εξειδίκευσης στις Σχέσεις Ευρώπης-Κίνας, Σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, Ασφάλεια στην Ανατολική Ασία, Κινεζική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, γεωπολιτική διάσταση των αναδυόμενων τεχνολογιών μίλαει γλώσσεςΓερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά (συνομιλητική), Κινέζικα (δίκαια)

 

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο στην πρωτότυπη μορφή του εδώ

 

 

 

Πηγή: Capital.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *