Ο στρατός και η κυβέρνηση της Κίνας δεν έχουν ακόμη επιβεβαιώσει επίσημα τις υπερπτήσεις πυραύλων κατά τη διάρκεια των γυμνασίων, ενώ οι ταϊβανέζικες αρχές επίσης αρνούνται να το επιβεβαιώσουν.

 

«Δεν θα επιτρέψουμε στην Κίνα να απομονώσει την Ταϊβάν»

«Οι Κινέζοι προχώρησαν σε αυτές τις εκτοξεύσεις πιθανόν χρησιμοποιώντας την επίσκεψή μας ως πρόσχημα», δήλωσε νωρίτερα η κυρία Πελόζι κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Τόκιο.

Προσπαθούν «να απομονώσουν την Ταϊβάν», πρόσθεσε, θυμίζοντας ότι το Πεκίνο απέρριψε την άνοιξη την έκκληση των ΗΠΑ να επιτραπεί η συμμετοχή των αρχών της νήσου στην ετήσια συνέλευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).

Όμως «δεν θα απομονώσουν την Ταϊβάν διότι θα τους εμποδίσουμε να το κάνουν. Κάναμε επισκέψεις υψηλού επιπέδου, γερουσιαστές πήγαν εκεί την άνοιξη», επρόκειτο για «διακομματική» πρωτοβουλία, είπε και επέμεινε «δεν θα τους επιτρέψουμε να απομονώσουν την Ταϊβάν».

«Δεν θα αποφασίσουν εκείνοι πού ταξιδεύουμε», πέταξε η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Παρά ταύτα η κυρία Πελόζι είπε πως η περιοδείας της στην περιοχή «δεν είχε σκοπό να αλλάξει το status quo εδώ στην Ασία, να αλλάξει το status quo στην Ταϊβάν».

Επισήμως, από το 1979, η Ουάσιγκτον δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μία κινεζική κυβέρνηση, αυτή στο Πεκίνο, παρότι διαδραματίζει ρόλο προστάτιδας δύναμης της Ταϊπέι και είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων για τις ένοπλες δυνάμεις της.

Η επίσκεψη, είπε η πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής, «αφορούσε τον ‘Taiwan Relations Act’» (σ.σ. «Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν») που ψηφίστηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο το 1979 και ορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ταϊβάν, καθώς και τη σχέση «ΗΠΑ/Κίνας, όλα τα κείμενα των νόμων και των συμφωνιών που ορίζουν τις σχέσεις μας».

Και ακόμη το να «εορταστεί» η Ταϊβάν «για αυτό που είναι, μια μεγάλη δημοκρατία με οικονομία που ευημερεί, με σεβασμό για όλο τον πληθυσμό της».

Αναφερόμενη στις σινοαμερικανικές σχέσεις, η κυρία Πελόζι έκρινε ότι εάν οι ΗΠΑ σιωπούσαν «για το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα λόγω των εμπορικών συμφερόντων (τους)», τότε «θα χάναμε κάθε ηθικό κύρος» και «δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».