Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης*
Οπρόεδρος Ερντογάν δεν πρόκειται να κάνει εκλογές για να τις χάσει. Θα χρησιμοποιήσει κάθε μέθοδο προκειμένου να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, καθώς αυτή σχετίζεται άμεσα, όχι μόνο με την πολιτική, αλλά και με την προσωπική του επιβίωση, όπως και της οικογένειάς του, η οποία είναι εκτεθειμένη σε σκάνδαλα.
Η καταδίκη του Εκρέμ Ιμάμογλου είναι σε πρώτη ανάγνωση σχεδόν εξωφρενική. Ηρωοποιεί τον δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης και του δίνει προβάδισμα έναντι του Κιλιντσάρογλου, ο οποίος θα ήταν εύκολος αντίπαλος για τον Ερντογάν καθώς δεν έχει την πολιτική του γοητεία. Η ετυμηγορία του τουρκικού δικαστηρίου, εκτός του ότι δίνει πολλούς πόντους στον δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης, για τον οποίο – εφόσον φυσικά κερδίσει την έφεση – αυξάνονται οι πιθανότητες επιλογής του ως υποψηφίου της τουρκικής αντιπολίτευσης, δείχνει και ένα αναιτιολόγητο, υπό μια έννοια, φόβο του καθεστώτος Ερντογάν.
Μπορεί βάσει των δημοσκοπήσεων, ο Ιμάμογλου να είχε σοβαρό προβάδισμα έναντι του Ερντογάν, ωστόσο επειδή και αυτός, όπως και άλλοι ηγέτες της τουρκικής αντιπολίτευσης, είναι υπερτιμημένος ως πολιτική προσωπικότητα, στο τέλος της ημέρας, οι πιθανότητες νίκης του σημερινού πολύπειρου Τούρκου προέδρου και πάλι θα ήταν υψηλές. Η απόφαση επομένως του τουρκικού δικαστηρίου ήταν πολιτικά αφελής, αφού δίνει στον Ιμάμογλου την ευκαιρία να αναδειχθεί σε εκπρόσωπο της διχασμένης αντιπολίτευσης ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Την ίδια στιγμή που τα έξι κόμματα της αντιπολίτευσης αναζητούσαν ένα πρόσωπο με μεγαλύτερη απήχηση στο κρίσιμο κουρδικό στοιχείο και περισσότερες πιθανότητες από τον Κιλιντζάρογλου προκειμένου να κερδίσει τον Ερντογάν, ξαφνικά παίρνει προβάδισμα ο ανώριμος πολιτικά Ιμάμογλου – έχει διατελέσει μόνο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης την τελευταία διετία. Ένα προβάδισμα που προφανώς δεν θα του είναι χρήσιμο, εφόσον η «αδέκαστη» τουρκική δικαιοσύνη κρίνει την έφεση σε βάθος διετίας, στερηθεί των πολιτικών του δικαιωμάτων, οπότε δεν θα μπορεί να είναι ούτε δήμαρχος, ούτε να διεκδικήσει την εκλογή του στις προεδρικές κάλπες.
Λογικά ο Ερντογάν, του οποίου η περιπέτεια φυλάκισης το 1999, που συνοδεύτηκε από αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων, οδήγησε στην ηρωοποίησή του και μερικά χρόνια αργότερα (2003) τον έφερε στην εξουσία, δεν θα έπρεπε να κάνει αυτό το λάθος. Και η δικαστική απόφαση θα μπορούσε να μην οριστικοποιηθεί, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα επιδείνωνε περαιτέρω τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση, η οποία είναι υποχρεωτικά ευαίσθητη για τα ανθρώπινα δικαιώματα και έχει θορυβηθεί πολύ για την καταδίκη Ιμάμογλου.
Ο Ερντογάν μπορεί φαινομενικά να βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τη Δύση, ωστόσο δεν έχει επιλέξει να πάει σε εκλογές έχοντας διαρρήξει εντελώς τις σχέσεις του μαζί της. Η εικόνα ενός Ιμάμογλου, χωρίς δυνατότητα συμμετοχής στις εκλογές επειδή του στερήθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα, μετά από εκείνη του επίσης καταδικασμένου σε φυλάκιση, ηγέτη του φιλοκουρδικού κόμματος, (HDP) Ντερμιτάς, είναι πολύ άσχημη για μια χώρα, η οποία πασχίζει να πείσει την ΕΕ και τις ΗΠΑ ότι οι ισχυρισμοί των εκθέσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αβάσιμοι.
Αυτό ακριβώς όμως θα συμβεί, εφόσον το τουρκικό καθεστώς συνεχίσει να «καθαρίζει» μέσω Δικαιοσύνης τους πολιτικούς του αντιπάλους και να δημιουργεί μια εικόνα «Ρωσίας της Μεσογείου». Είχα επισημάνει και παλαιότερα στο Liberal, («Πούτιν και Ερντογάν, ο ”άξονας του κακού’‘»), ότι ο Ερντογάν έχει ένα θαυμασμό, αν όχι ζήλια, για τον Πούτιν, ακριβώς επειδή κατάφερε να είναι τόσο αποτελεσματικός στο εσωτερικό της Ρωσίας, εξοστρακίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους. Είναι κάτι που θα ήθελε να καταφέρει και ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος. Τώρα, επιβεβαιώνεται ότι ο Ερντογάν ακολουθεί τις ίδιες ακριβώς μεθόδους, ωστόσο η Ρωσία έχει μετατραπεί λόγω πολέμου σε «παρία» της διεθνούς κοινότητας και δεν είμαι βέβαιος ότι η Τουρκία θα ήθελε μια παρόμοια κατάληξη.
Ένας ρεαλιστής Ερντογάν δεν θα είχε ρισκάρει μια νίκη Ιμάμογλου στο δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών της Κωνσταντινούπολης το 2019, ούτε θα φυλάκιζε τον Ντερμιτάς, κλείνοντας την πόρτα στο κουρδικό στοιχείο, μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων, ενόψει εκλογών. Ούτε θα επέτρεπε στην Δικαιοσύνη να πάρει αυτή την απόφαση και να ηρωοποίησει τον Ιμάμογλου.
Στο σημείο αυτό βάζω έναν αστερίσκο. Εκτιμώ ότι ο Ερντογάν είτε παίζει πλέον όλα του τα χαρτιά, περιφρονώντας τους πάντες και αδιαφορώντας αν επιδεινώνεται η εικόνα της Τουρκίας στο εξωτερικό, είτε δεν ελέγχει πλήρως τις καταστάσεις. Δεν θα απέκλεια δηλαδή η απόφαση της τουρκικής Δικαιοσύνης να ελήφθη από κύκλους οι οποίοι θέλουν να εκθέσουν τον Ερντογάν και να μην ήταν καθ’ υπόδειξή του, καθώς αντικειμενικά η συγκεκριμένη κίνηση ήταν αχρείαστη και του κάνει κακό πολιτικά.
Δύο είναι τα από εδώ και πέρα σενάρια. Είτε ο Ιμάμογλου στερείται τα πολιτικά του δικαιώματα, δεν κατέρχεται στις εκλογές, ο Ερντογάν τις κερδίζει, ωστόσο πλήττεται περαιτέρω η διεθνής εικόνα της Τουρκίας, είτε αλλάζει η απόφαση και ο Ιμάμογλου ή κάποιος άλλος υποψήφιος της αντιπολίτευσης αυξάνουν σχεδόν ανέλπιστα τις πιθανότητές τους έναντι του Τούρκου προέδρου.
Εκτός και αν πλέον η τακτική του Ερντογάν είναι να ακολουθήσει το παράδειγμα Πούτιν και να επιχειρήσει να εξοντώσει με κάθε μέσο όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, προκειμένου να κερδίσει στις κάλπες, γεγονός όμως που συνεπάγεται συνθήκες πολύ μεγάλης πόλωσης καθ’ οδόν προς τις κάλπες και εξελίξεις το στάτους των οποίων δεν θα είναι βιώσιμο.
*Ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι ειδικός σε θέματα που αφορούν στο χώρο της Ρωσίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στρατηγικός αναλυτής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Κατέχει Πτυχίο Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας, Μεταπτυχιακό στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση και Διδακτορικό στη διαμόρφωση και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, με έμφαση στη ρωσική κατά την πρώτη περίοδο Putin (2000-2004). Έχει διατελέσει Διευθυντής για θέματα Ρωσίας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) του Παντείου Πανεπιστημίου και από το Νοέμβριο του 2004 ορίστηκε Επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας του ΙΔΙΣ, το οποίο μετονομάστηκε σε Κέντρο Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης τον Σεπτέμβριο του 2008.Εξελέγη Ανώτερο Συνεργαζόμενο Μέλος (SAM) στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (2007-2009) και παράλληλα υπήρξε Μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Σπουδών. Εν συνεχεία, αναλαμβάνει ερευνητής στο Κέντρο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEESOX) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (2008 – 2010). Σε αυτό το διάστημα ολοκληρώνει κύκλο αναλύσεων και διαλέξεων, με έμφαση στο ρόλο της Ρωσίας στην ΝΑ Ευρώπη, καθώς και γύρω από ζητήματα γεωπολιτικής της ενέργειας. Ενδιάμεσα τοποθετείται Επιστημονικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (2009-2010). Τον Ιούλιο του 2012 διορίστηκε από το ΔΣ του ΙΔΙΣ, Διευθυντής Ερευνητικών Προγραμμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε υπεύθυνος του προγράμματος Jean Monnet για την Εξωτερική Πολιτική της Ε.Ε. (2013 – 2014), Διευθυντής Ομάδας Διoίκησης Έργου του Υπουργείου Ενέργειας με έμφαση στην ενεργειακή διπλωματία (2013-2015) αλλά και μέλος ομάδας εργασίας του ΚΕΜΕΑ, επιφορτισμένης με την ανάλυση κινδύνων ριζοσαπστικοποίησης για την εθνική ασφάλεια.Έχει συνεργαστεί με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και πολυεθνικές εταιρείες.Είναι διαλέκτης της Σχολής Διοίκησης Επιτελών Πολεμικού Ναυτικού, διδάσκει σε μεταπτυχιακά προγράμματα πανεπιστημίων και είναι μέλος του Ελληνοτουρκικού Φόρουμ καθώς και του Ελληνορωσικού Συνδέσμου.Έχει σειρά επιστημονικών δημοσιεύσεων και σημαντικό αριθμό διαλέξεων στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων στα πανεπιστήμια Harvard, Oxford και London School of Economics, αλλά και τακτικές δημόσιες παρεμβάσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό.
(Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικα προσωπικές αποψείς και εκτιμήσεις του συντάκτη)
Πηγή: Liberal.gr
















Leave a comment