ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ: “ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΚΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ”

Νοιώθω ιδιαίτερη τιμή και ευλογία που ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος δέχθηκε πρόθυμα να μου απαντήσει στις ερωτήσεις που του έθεσα  για την υλοποίηση της συνέντευξης που ακολουθεί και τον ευχαριστώ πάρα πολύ! Οι απαντήσεις του είναι από καρδιάς με αλήθεια, ελπίδα, πόνο και εντιμότητα. Ευχή του κάθε καλοπροαίρετος  άνθρωπος που θα διαβάσει αυτή τη συνέντευξη να προβληματιστεί…

Συνέντευξη στην Αριστέα Κοντόζογλου∗

 

Α.Κ. Υπάρχει κάτι που μπορεί να κλονίσει την πίστη μας;

Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Κατά πρώτο λόγο, και πριν απαντήσω στο ερώτημά σας, νιώθω την ανάγκη να σας απευθύνω τον πασχάλιο χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη», και κατά δεύτερο λόγο να σας ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου να έχουμε τη δυνατότητα αυτής της συνέντευξης που εκφράζει μία ουσιαστική διαλεκτική σχέση για θέματα πίστης και την ανάγκη η Εκκλησία να αρθρώσει έναν λόγο «πού να έχει ίσκιο» και να αναπαύει τις ψυχές των ανθρώπων μέσα από την αναζήτηση και τη βίωση της αλήθειας.

Όσα καταθέτω ενώπιόν σας είναι ταπεινές σκέψεις που δεν διεκδικούν την πρωτοτυπία και δεν αξιώνουν καμία ανθρώπινη σοφία. Είναι απλά μία εξομολόγηση καρδιάς. Είναι μία έξοδος από τον καθησυχασμό μου, μιά έξοδος που χρειάζεται, όπως κάθε προσωπική έξοδος, ταπείνωση και κουράγιο, τόλμη και ανδρεία, γιά να μην γυρίσεις πίσω πληγωμένος και απεριμμένος, κυνηγημένος και ἀπογοητευμένος, θλιμμένος και λυπημένος από τη ματαιοδοξία, την κενοδοξία, την ἀπόρριψη, τη διαπλοκή. 

Θα πρέπει, όταν μιλάμε για την πίστη, να ξεκαθαρίσουμε ότι το βίωμά της δεν είναι απλά μία ψυχολογική ή συναισθηματική ή επιδερμική λειτουργία, αλλά είναι ελπίδα, ελπιζομένων υπόσταση, «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», είναι κοινωνία και σχέση με το πρόσωπο του Θεού που δεν υποτάσσεται στο νου και τη λογική, αλλά αγκαλιάζει τον άνθρωπο οντολογικά και τον εγγίζει στην καρδιά του.

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με τον Θεό, και γι’ αυτό ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νοιώσει μέσα από αυτή τη σιωπή την αγάπη του Θεού. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.

Αυτή η πορεία στον προσωπικό μας βίο και την καθημερινή πραγματικότητα δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν, ιδιαίτερα όταν βιώνουμε τον πόνο, την ασθένεια, τον θάνατο, άλλες δυσκολίες, πειρασμούς και θλίψεις, τα «γιατί», οι πτώσεις, οι μεταπτώσεις. Νοιώθουμε κάποιες φορές ότι ο Θεός μας έχει εγκαταλείψει, ότι δεν μας ακούει.  Έτσι ο άνθρωπος κλονίζεται, δοκιμάζεται στην πίστη του, αμφισβητεί, θυμώνει, φοβάται. Θυμηθείτε τον Απόστολο Πέτρο: από φόβο αρνήθηκε τον Χριστό τρείς φορές και αφυπνίσθηκε όχι γιατί ο Θεός έκανε θόρυβο, αλλά επειδή άκουσε το λάλημα του πετεινού τρεις φορές. Τότε έκλαψε και ξανάνοιωσε ζωντανή την πίστη του. Ο Απόστολος Θωμάς είναι το πρότυπο της καλής απιστίας, γιατί, ως άνθρωπος, ήθελε σημάδια ότι ο Χριστός και Θεός μας είχε αναστηθεί, ήταν ζωντανός. Θυμηθείτε την περικοπή στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, όταν οι Μαθητές ήσαν μέσα στο πλοιάριο και ξέσπασε καταιγίδα και ηλθε φουρτούνα. Μέσα στα αφρισμένα κύματα είδαν μια φιγούρα. Ήταν ο Χριστός που περπατούσε πάνω στα κύματα. Τότε ο Πέτρος του φώναξε «αν είσαι Εσύ, πρόσταξε να έλθω κοντά Σου περπατώντας στα κύματα». Ο Ιησούς απλά του είπε «έλα». Και το θαύμα έγινε. Ο Πέτρος έχοντας τό βλέμμα του στον Χριστό περπάτησε πάνω στα μανιασμἐνα κύματα. Μόλις έστρεψε το βλέμμα του από τον Χριστό φοβήθηκε και άρχισε να κα-ταποντίζεται. Μόλις λίγο στρέψουμε το βλέμμα μας τότε ο πειρασμός προσπαθεί να μας βουλιάξει μέσα στις μέριμνες του βίου ώστε να χαθούμε. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι ο διάβολος, όταν θέλει να καταστρέψει τον άνθρωπο, του αφαιρεί λίγο λίγο από την καρδιά του την ελπίδα, τον οδηγεί στην απελπισία και τότε ο άνθρωπος χάνει την ψυχή του.

Ο Θεός, επειδή μας αγαπά με παραφορά ερωτικής αγαθότητας, επιτρέπει να δοκιμαζόμαστε μέχρι εκεί που αντέχουμε, αρκεί ο καθένας μας να έχει το κουράγιο και τη δύναμη να επιστρέψει στο σπίτι του Πατέρα, που τον αναμένει, να βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί, όταν κλονίζεται και γονατίζει ψελλίζοντας με ταπείνωση και ελπίδα «Κύριε των δυνάμεων, βοήθει μοι τη απιστία». Ξέρετε πόσο σημαντικό και αληθινό είναι για την ύπαρξή μας να κραυγάσουμε με αγωνία και αίμα ψυχής τις ώρες της δοκιμασίας και του κλονισμού προς τον Κύριο, να Τον αναζητήσουμε και να φωνάξουμε «Πού είσαι, Κύριε;»,  Τότε θα ακούσουμε μυστικά τη φωνή Του ότι ζυγός Του χρηστός και το φορτίο Του είναι ελαφρύ.

Έτσι θα φθάσουμε πνευματικά στην υπακοή της πίστης πού κάνει τον πιστό να ξεπερνά τα σχήματα του κόσμου αυτού και να εμπιστεύεται τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκτυλίσσεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της προσωπικής του ζωής. Ασκούμενος στην υπακοή της πίστης ο άνθρωπος κοπιάζει πολύ και αναπαύεται πολύ, πέφτει και ἀνίσταται, λυπάται και χαίρει. Προκαλεί έτσι την αγάπη και το έλεος του Θεού και σώζεται.

 

Α.Κ. Υπάρχει μία και μοναδική αμαρτία που θα ξεχωρίζατε ανάμεσα σε άλλες στον άνθρωπο;

Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Δυστυχώς ο σύγχρονος άνθρωπος, ο γαλουχημένος με τις αρχές της λογικής διανόησης, δίδει μεγαλύτερη σημασία στην κτιστή ανθρώπινη λογική παρά στην πίστη προς το θέλημα του Θεού. Εγκλεισμένος στο κέλυφος του εγωϊσμού εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό του, την ατομική του κρίση, και αγνοώντας τον Θεό εκδιώκει τον Χριστό από την προσωπική του ζωή.

Και έτσι βιώνει όλο καί βαθύτερα τίς συνέπειες των προβλημάτων του τα οποία θέτουν σέ κίνδυνο ακόμη και την ύπαρξή του επί της γης. Ενώ αυξάνει τις γνώσεις και ικανότητές του διαπιστώ-νει ολοένα το μέγεθος της αγνωσίας και της ἀδυναμίας του να απαντήσει, όχι μόνο στα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματά του αλλά και σε αυτά της ερμηνείας του φυσικού κόσμου, καταλήγοντας σε αδιέξοδο στό οποίο ἐγκλωβίζεται. Και νομίζει ότι ευτυχεί, ενώ δυ-στυχεί. Πλανώμενος, ζει αφ᾿ ενός μεν τη νομιμοποίηση της αμαρτίας και της διαστροφής αφ᾿ ετέρου δε την ενοχοποίηση της αρετής και του αγαθού. Νομίζει ότι νικά τον κόσμο και χαίρει, νικᾶται στην πραγματικότητα υπ᾿  αυτού, και δυστυχεί. Βιώνει έτσι σε όλο της τό μεγαλείο την εσωτερική καί εξωτερική διάσπασή του, η οποία επήλθε από την αλλοτροίωσή του από το θέλημα του Θεού.  Εν τέλει δε υποτάσσεται στην κοινή των θνητών μοίρα, την οποία ουδεμία κτιστή δύναμη μπορεί να υπερφαλαγγίσει, τον θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό αλλά και τον πνευματικό, λόγω του εκ του κόσμου τού, του φρονήματός του.

Θα έλεγα, λοιπόν, χρησιμοποιώντας τα σοφά λόγια του αγίου Ισαάκ του Σύρου, ότι ο άνθρωπος καλείται να ξεπεράσει τη μία και μοναδική του αμαρτία: την αδιαφορία του για τον Αναστημένο Χριστό. Γιατί η αδιαφορία αυτή γεννά όλα τα προαναφερόμενα.

Α.Κ: Ποιά η σχέση των νέων σήμερα με την Εκκλησία;

Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Πιστεύω και έχω την αίσθηση από την προσωπική επικοινωνία με νέους ανθρώπους, ότι οι νέοι μας σήμερα είναι αυθεντικοί στις αναζητήσεις τους. Αναρωτιούνται, ψάχνουν πρότυπα, σέβονται, είναι ευγενείς, εκκλησιάζονται, κοινωνούν, επισκέπτονται τα μοναστήρια, εξομολογούνται. Παρ’ όλα αυτά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας, για να αναζητήσουμε τα παιδιά μας και να τα συναντήσουμε. Αυτό που έχουν ανάγκη είναι να τους δείξουμε με τη βιοτή και το παράδειγμά μας ότι η Εκκλησία δεν είναι μιά ανθρώπινη οργάνωση, ούτε ένας χώρος όπου ικανοποιούνται οι ψυχολογικές και συναισθηματικές μας ἀνάγκες, αλλά το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, το πεπληρωμένο από τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. Εκκλησία είναι η ευχαριστιακή κοινότητα, ο  Ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό και είναι απαιτητικοί ως προς την αλή-θεια που διδάσκουμε και το λόγο που διατυπώνουμε. Οφείλουμε να καταδείξουμε στα νέα παιδιά ότι η ε­σω­τε­ρι­κό­τη­τα ή η πνευ­μα­τι­κή ζω­ή δεν έ­χει το νό­η­μα και το πλή­ρω­μά της «εκ του αν­θρώ­που καί διά του αν­θρώ­που». Δεν τρέ­φε­ται καί δεν αυ­ξά­νε­ται με ι­δε­ο­λο­γί­ες ή δι­α­νο­η­τι­κά κα­τα­σκευ­ά­σμα­τα. Δεν σχε­τί­ζε­ται με θε­ω­ρί­ες ή ὀρ­θο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα. Οι νέοι άνθρωποι, όχι μόνο στην πατρίδα μας, αλλά και στις πατρίδες όλου του κόσμου, και σας το λέγω αυτό από την ποιμαντική μου εμπειρία, δεν θέλουν  μι­ά Εκ­κ­λη­σί­α  που δεν εί­ναι «η­νω­μέ­νη τοις ου­ρα­νοίς», γιατί τότε παύ­ει να εί­ναι Εκ­κ­λη­σί­α. Δεν θέλουν μι­ά Εκ­κ­λη­σί­α που με­ρι­μνά «πε­ρί πολ­λά», χω­ρίς να εν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­ά τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­που και που ε­πι­ζη­τεί τα αυ­τά που και τα έ­θνη ε­πι­ζη­τοῦν, γιατί τότε η Εκκλησία δεί­χνει ό­τι δεν έ­χει καμ­μι­ά σχέ­ση με τη βα­σι­λεί­α του Θε­ού και ε­πο­μέ­νως έ­χει γί­νει κό­σμος. Δεν θέλουν μιά Εκ­κ­λη­σί­α που ε­ξα­ντλεί­ται στην τυ­πο­λα­τρεί­α και χά­νει την ου­σί­α, γιατί τότε δεν εί­ναι Εκ­κ­λη­σί­α, αλ­λά κα­κέ­κτυ­πο της φα­ντα­σί­ας και του ε­αυ­τού μας.

Πολλές φορές μιλάμε στα νέα παιδιά με τη λογική του «πρέπει» και του «οφείλω». Το «πρέπει» και το «οφείλω» είναι απαραίτητες έννοιες στην παιδαγωγική, αλλά αν απολυτοποιηθούν μπορεί να σκοτώσουν μία αγαπητική σχέση και να απομακρύνουν έναν νέο άνθρωπο από τον Θεό. Τα παιδιά μας θέλουν τον Θεό ως Πατέρα, αδελφό, φίλο και υπερασπιστή του ανθρώπου. Τους δε ποιμένες, εμάς δηλαδή, μας θέλουν όχι ως εξουσιαστές, αλλά ως ανθρώπους μιάς αγάπης πλήρους και απροϋπόθετης με την οποία καλούμεθα να τους κυκλώσουμε και να τους αγκαλιάσουμε.

Α.Κ: Ποια η πραγματικότητα της ασκητικής τόσο στην  Εκκλησία όσο και στον άνθρωπο;

 Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Η Εκκλησία πάντοτε καλεί να ακού­σου­με τη «φω­νή βο­ώ­ντος εν τη ε­ρή­μῳ…» και να προ­ε­τοι­μά­ζου­με ό­λοι μας μέσα από μία ασκητική διάθεση «την ο­δόν Κυ­ρί­ου», γι­α να ε­ξαν­θή­σει η έ­ρη­μος που ζού­με και λέ­γε­ται σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α και ο κα­θέ­νας μας να βι­ώ­σει το βα­θύ­τε­ρο και πο­λυ­δύ­να­μο νό­η­μά της με το «α­πελ­θείν» ό­χι σε τό­πο έ­ρη­μο, έ­ξω του κό­σμου, αλ­λά «α­πελ­θείν εις ε­ρη­μί­αν των πα­θών του». Αυτό το μήνυμα σήμερα προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σημασία, διότι οι άνθρωποι του καιρού μας αδυνατούμε να κατανοήσουμε το νόημα της άσκησης στη ζωή μας και ζούμε μια βασική απόκλιση της νεώτερης πνευματικής έκπτωσης: την απομάκρυνση από το ασκητικό ήθος.

 Κα­τα­λα­βαί­νε­τε, λοι­πόν, μέ­σα σε μι­ά ε­πο­χή καταναλωτικής ευζωίας, πλη­θω­ρι­σμού εικόνας και λόγου, πό­σα πρά­γμα­τα ο­φεί­λου­με να ε­πα­νε­κτι­μή­σου­με, γι­ά πό­σα έ­χου­με να με­τα­νο­ή­σου­με. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο πρά­γμα αυ­τό. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο στον κα­θέ­να μας να αρ­νεί­ται τον ε­αυ­τό του, να αρ­νεί­ται την πνευ­μα­τι­κή αυ­το­δι­καί­ω­ση και την ε­πάρ­κει­ά του, να μάθει να λέει όχι στον εαυτό του, στο θέλημά του, να αυτοπεριορίζεται, να δαμάζει και να μεταμορφώνει τα πάθη του. Θα σας αναφέρω τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ημίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνο το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Αυτό σημαίνει να θεραπευθούμε από τα πάθη μας μεταμορφώνοντας τα πάθη μας. Δεν αγωνιζόμαστε απλώς να γίνουμε καλοί άνθρωποι προσαρμοσμένοι στην κοινωνία. Σκοπός μας είναι να οδηγηθούμε στην κοινωνία με τον Θεό, η πορεία προς την αγιότητα, η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος.

Η άσκηση στην Ορθοδοξία δεν είναι μια στείρα καθηκοντολογία, μια πιστή τήρηση ενός άκαμπτου τυπικού, ένας τακτικός καθωσπρεπισμός, μια υποκριτική ευσεβοφάνεια. Άσκηση είναι η αγάπη. Άσκηση είναι η ταπείνωση. Γι’ αυτό και η άσκηση καθ’ εαυτήν ποτέ δεν αποβαίνει σκοπός, αλλά μέσο προς απόκτηση της δωρεάς του Θεού.

Α.Κ:  Χωρίς το φως να κυριαρχεί στον κόσμο, θα υπήρχε αποσύνθεση και φθορά. Σε κάποιες περιπτώσεις έχει αρχίσει μήπως αυτή… και γιατί ;

Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Είμαστε μάρτυρες μιάς δαιμονικής κατάστασης βίας και τρο-μοκρατίας. Άνθρωποι χάνονται, δολοφονοῦνται ανυποψίαστοι, πεινάνε, ασθενούν, φοβούνται. Η θάλασσα έγινε νεκροταφείο ελπίδων και ο άνεμος δεν κοπάζει. Πού λόγος για το φως; τη χαρά της ζωής; το δικαίωμα στη ζωή; το θείο δώρο της ειρήνης; τη δικαιοσύνη; την αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη που δίνουν νόημα στην καθημερινή βιοτή και την ύπαρξή μας; Ο κόσμος ζει σε πολλές πλευρές της ιστορίας το νέο σκοτάδι της γης «από έκτης ώρας έως ώρας ενάτης».

Ευτυχώς όμως που το λυχνάρι της Ανάστασης καίει στο λυχνάρι της υπάρξεώς μας. Ο Αναστημένος Χριστός, που μας χάρισε την αιώνια ζωή,  μας βο­η­θά να απαλ­λα­γού­με α­πό την τρα­γι­κή πλά­νη, ότι ο άν­θρω­πος θα βρει την ο­λο­κλή­ρ­ση, την πλή­ρω­σή του ή την πα­ρη­γο­ρι­ά του στους αν­θρώ­πους και στα αν­θρώ­πι­να ε­πι­τεύ­γμα­τα. Ελπίζουμε στόν Θεό, γι­ά  να  θυ­μό­μα­στε  την καί­ρι­α γι­ά τη ζω­ή μας α­λή­θει­α, ό­τι στόν Θε­ό και στη Χά­ρη Του θα βρού­με την ο­λο­κλή­ρω­ση και την πλή­ρω­σή μας, τη ζωή και το περισσόν αυτής.

Αλ­λά δεν παύουμε να ελπίζουμε στον Θεό προ­βάλ­λο­ντας την αγάπη του, γι­ά νά δι­α­ψεύ­σου­με το με­θο­δι­κό κή­ρυ­γμα του Δι­α­βό­λου, ό­τι ό­λοι οι άν­θρω­ποι έ­χουν πά­ει με το μέ­ρος του, ό­λοι οι ἀν­θρω­ποι έ­χουν δι­α­φθα­ρεί. Και είναι αλήθεια ότι, ως και η Γραφή λέγει, παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου, αλλά ο ορθόδοξος άνθρωπος σε μια εποχή οικειώσεως του σκότους και του κακού δεν παύει να ελπίζει σε μια εποχή πνευματικής αναγέννησης, αφού ο Θεός διακρατεί ανοιχτή την ιστορία του κόσμου στα χέρια Του. Γι’ αυτό και καλούμεθα μετά κάθε Θεία Λειτουργία πού «είδαμε το φως το αληθινό, λάβαμε Πνεύμα επουράνιο, βρήκαμε πίστη αληθή», να εξέλθουμε του ναού και να εργασθούμε για την είσοδο της βασιλείας και του φωτός στον κόσμο.

Α.Κ:  Το μήνυμά σας για την επόμενη μέρα…

 Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Εάν η πρόσδεσή μας στην παράδοση δεν πάψει να είναι αυτόδικαιωτική παρελθοντολογία και η παράδοση δεν γίνει ο φορέας του προφητικού χαρίσματος, φωτίζοντας το παρόν με τα εσχατολογικά φώτα του μέλλοντος, τότε αυτή η παράδοση θα αντιγράψει, θα «κοπιάρει» με πνεύμα νεκρότητας στοιχεία του παρελθόντος και η καρδιά μας θα αδυνατεί να σχηματίσει την εικόνα του Θεού και την εικόνα του ανθρώπου και να διαλεχθεῖ μαζί τους. Αυτή είναι πλέον και η μεγάλη ευθύνη της Χριστιανικής Ευρώπης που έχει πληγώσει ψυχικά τους πολίτες της, πού καλλιεργεί τον κυνισμό ενός κόσμου χωρίς Θεό στον οποῖο δεσπόζει μόνο η δύναμη και το κέρδος, που μεταδίδει τα αξιακά κριτήρια κατεστραμμένα, ώστε η διαφθορά και η ασυλλόγιστη δίψα γιά ἐξουσία να θεωρούνται κάτι το αυτονόητο.

Εάν, λοιπόν, «πρέπει να σωθεί κάτι μέσα στον κόσμο, δεν είναι προπαντός ο άνθρωπος, αλλά η αγάπη του Θεοῦ, διότι Εκείνος μας αγάπησε Πρώτος και η δύναμή Του κρατεί καί στηρίζει τον άνθρωπο».

Α.Κ:  Έχετε κάποιο μότο στη ζωή σας;

 Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος: Αντέχουμε σήμερα να μιλήσουμε γιά αυθεντική αυτοσυνειδησία; Πώς θα μιλήσουμε γιά μιά προφητική ἐγρήγορση και την προσδοκία μας γιά την «ημέρα Κυρίου»; Πώς θα μιλήσουμε στους ανθρώπους γιά την ευχαριστιακή πολιτεία της βιοτής τους, αφού «Χριστός ανέστη και ζωή πολιτεύεται»; Ή, γιά να θυμηθώ τους λό-γους του Γεωργίου Σεφέρη: «Πώς να αντικρύσουμε το δυτικό πολιτισμό, αν δεν αντλήσουμε δύναμη από τις δικές μας ρίζες καί χωρίς ένα συστηματικό μόχθο γιά τη δική μας παράδοση;».

Η εξουσιαστική επιβολή εκκλησιαστικής δύναμης γίνεται δυναστεία, αδιάκριτη συμπεριφορά, υποτίμηση τοῦ άλλου, άκρατη επιβολή θέσεων και υποκειμενικών απόψεων που στο όνομα μιάς ασθενούς συνοδικότητας και ατομικού συμφέροντος προβάλλει μισές αλήθειες, κρίνει και επικρίνει, αυθαιρετεί και παραπληροφορεί, εξαγριώνει, πληγώνει, φθείρει και διαφθείρει συνειδήσεις, θέλει οπαδούς και όχι μέλη.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα διερωτάται κανείς εάν μπορεί να υπάρχει εκκλησιαστική κοινωνία και ενότητα; Τι θα πούμε στους Χριστιανούς μας; Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά μας; Πώς θα διδάξουμε στον κόσμο το άγγελμα της σωτηρίας; Πώς θα πρσλάβουμε το μήνυμα των καιρών, γιά να το αποδώσουμε χριστοποιημένο στους λαούς μας;

Γι’ αυτό, με τη χάρη του Θεού, αγωνίζομαι για μία Εκκλησία χωρίς εξουσιαστικές και εθνοφυλετικές αγκυλώσεις. Μία Εκκλησία που θα ζει με το αίσθημα της προσδοκίας της ελεύσεως του Ιησού Χριστού, με το όραμα και την ελπίδα της Ημέρας Κυρίου. Μία Εκκλησία που θα υπερασπίζεται άχρι θανάτου έναντι της οποιασδήποτε εξουσίας την ελευθερία, την ακεραιότητα, τη μοναδικότητα, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και θα διαφυλάσσει το κάλλος του προσώπου.

Λίγα λόγια για τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελο:

 ​Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ. Ἀγαθάγγελος (κατά κό-σμον Βα­σί­λει­ος) Χαραμαντίδης γεννήθηκε στή Χαλκίδα τό 1961.

Χειροθετήθηκε Ἀναγνώστης ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Χρυσόστομο Α΄. Ἐκάρη μοναχός τό 1983 στήν Ἱερά Βυζαντινή Μονή Ὁσίου Λουκᾶ, χειροτονήθηκε Διάκονος τό 1983 καί Πρεσβύτερος τό 1988 ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱε­ρώ­νυ­μο (νῦν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν).

Εἶναι πτυχιοῦχος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν. Ἐπερά­τω­σε τίς μετα-πτυχιακές σπουδές αὐτοῦ στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μέ εἰδί­κευση στόν Πρακτικό Κλάδο τῆς Θεολογίας, ὑπό τή διεύθυνση τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Ἰω. Φουντούλη, καί πα­ρακολούθησε σεμινάρια γιά θέματα ποι-μαντικῆς καί κοινωνικῆς διακονίας, στή Γερμανία κατά τά ἔτη 1986-1987, 1994.

Ἀνακηρύχθηκε  διδάκτωρ τοῦ Ἀνατολικοῦ Ποντιφικοῦ Ἰνστιτούτου τῆς Ρώμης μέ τόν βαθμό «ἄριστα». Θέμα του ἦταν «Ἡ κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περί τοῦ καθαγιασμοῦ, τῆς παραλαβῆς καί τῆς χρήσεως ἐν τῇ λατρείᾳ τοῦ Ἁγίου Μύρου κατά τόν ΙΘ΄ καί Κ΄ αἰώνα».  Ἡ διατριβή του ἐκδόθηκε ἀπό τήν Ἀποστολική Διακονία μέ πρόλογο τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Συμμετεῖχε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στά με­τα­πτυχιακά σεμινάρια τοῦ Ὀρθόδοξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης «Φονταμενταλισμός καί τρόποι ὑπερβάσεώς του» (1995), «Ἡ σύγχρονη ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας (1996), καί στό ἐ­πι­στημονικό συμπόσιο «Δημιουργία, πίστη και γνώση (1996).

Εἶναι ἀπόφοιτος τοῦ Ὠδείου Χαλκίδος.

Διακόνησε ὡς Διάκονος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Λεβαδείας (1983-1988), ὡς ἱερατικῶς προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λιβαδειᾶς τῆς Ἱε­ρᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας (1988-2003), ὑπεύθυνος τῆς νεότητος ἐπαρ­χίας Λιβαδειᾶς (1983-1988), καί ὑπεύθυνος τῶν πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων καί τοῦ μουσικοῦ ἐργαστηρίου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λε- βαδείας.

Μέ πρωτοβουλία του ἀνηγέρθη τό Κέντρο Διακονίας καί Ἐπικοινωνίας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λιβαδειᾶς, στό ὁποῖο λειτούργησε Συμβουλευτικός Στα­θμός ἐπί θεμάτων πρόληψης καί ἀπεξάρτησης καί τό ὁποῖο φιλοξενεῖ ποιμαντι­κά, κατηχητικά καί κοινωνικά προγράμματα, καί ἀξιοποιήθηκε γιά τούς κοινω­νι­κούς σκοπούς του τό Κληροδότημα «Ε. Παπαϊωάννου».

Ἰδιαίτερη ἀξιό­λο­γη κοι­νω­νι­κή δράση ἀνέπτυξε, μέ τήν καθοδήγησή του, ὁ Σύνδεσμος Ἀγάπης Γυ­ναικῶν τῆς ἐνορίας πού βραβεύθηκε τό ἔτος 2002 ἀπό τήν Πολιτεία ὡς ὁ πρῶ­τος κοι­νω­νι­κός ἐθελοντικός φορέας τοῦ Νομοῦ Βοιω- τίας.

Κατά τά ἔτη 1991-1994 εἶχε τήν ἐ­πι­μέλεια τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἡμερολογίου (Διπτύχων) τοῦ Οἰκου­μενικοῦ Πα­τρι­αρ­χείου.

Τό 1995 προσελήφθη στήν Ἱερά Σύνοδο ὡς Γραμματεύς καί εἶχε τήν εὐθύνη τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τό ὁποῖο ταξινόμησε ἐκ νέου θε­μα­τι­κά καί χρονολογικά, καί τῆς Μηχανοργανώ­σε­ως τῶν Συνοδικῶν ‘Υπηρεσιῶν. Ἀπό τό 1997-1999 τοῦ ἀνετέθησαν, παράλληλα, καθήκοντα Γραμματέως τῆς Συ­νο­δικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύ­σε­ως καί Ἐπιμορφώσεως τοῦ Ἐ­φη­μεριακοῦ Κλήρου, καί ἀπό τό 1999-2001 τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Τύπου, Δη­­μοσίων Σχέσεων καί Διαφωτίσεως.

Κατά τά ἔτη 1998 καί 1999 συνόδευσε τόν μακαριστό Πατριάρχη Ἀλεξαν-δρείας κυρό Πέτρο στίς εἰρηνικές ἐπισκέψεις του στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ὡς καί τίς ἱεραποστολικές Μητροπόλεις τῆς Οὐγκάντας καί τῆς Κένυας.

Τό 1999, μέ πρόταση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπι­σκό­που Ἀ­θηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου, διορίσθηκε ὡς Διευθυ­ντής τοῦ Κλάδου Ἐκδόσεων τῆς Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλλάδος καί τῶν περιοδικῶν «Ἐφημέριος», «Ἐκκλησία» καί «Θεολο­γί­α».

Κατά τά ἔτη 1999 καί 2001 συνόδευσε τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Χριστόδουλο στίς εἰρηνικές ἐπισκέψεις του στό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί τήν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας.

Τό 2001 διορίσθηκε, μέ Ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς Γενικός Διευθυντής τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀπό τή θέση αὐτή ἐκλέχθηκε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στίς 13.1.2003, Τιτουλάριος Ἐπίσκοπος τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Φαναρίου καί χειροτονήθηκε στόν Καθεδρικό Ναό Ἀθηνῶν.

Τό 2019, μέ Ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνυψώθηκε σέ Τιτουλάριο Μητροπολίτη.

Μέ πρωτοβουλία του ἀνακαινίσθηκαν ἐκ βάθρων γῆς α) ἡ Σχολή Δια-κονισσῶν, στήν ὁποία στεγάζεται σήμερα τό Φοιτητικό Θεολογικό Οἰκοτρο-φεῖο στό ὁποῖο ἔχουν φιλοξενηθεῖ κατά τά 80 ἔτη λειτουργίας του περισ-σότεροι ἀπό 9.000 φοιτητές, β) τό ἱστορικό Προσκύνημα τῆς Ἁγίας Βαρβάρας τοῦ ὁμωνύμου Δήμου Ἀττικῆς, πού ἀνήκει στήν Ἀποστολική Διακονία, γ) τά κτήρια τῶν κληροδοτημάτων τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, δ) τό Κέντρο Ἐπικοινωνίας, ἐπί τῆς ὁδ. Καπλανῶν καί Σίνα στήν Ἀθήνα, καί ε) ἱδρύθηκε τό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τοῦ ἱεροῦ Προσκυνήματος τῆς Ἁγίας Βαρβάρας μέ πολύτιμα κειμήλια πού διεσώθησαν καί συντηρήθηκαν.

Μέ ἐνέργειές του α) ἀγοράσθηκε νέο ἰδιόκτητο βιομηχανικό κτήριο γιά τήν μετεγκατάσταση τοῦ Τυπογραφείου τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, καί β) ἐκσυγχρονίσθηκε τό Βιβλιοδετεῖο μέ ἀγορά νέων σύγχρονων μηχανημάτων.

Μέ εὐθύνη καί πρωτοβουλία του α) ὑλοποιήθηκε καί ὁλοκληρώθηκε τό σπουδαῖο πρόγραμμα τῆς ἠλεκτρονικῆς ψηφιοποιήσεως τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, β) τό πρόγραμμα ἠλεκτρονικῆς ψηφιοποιήσεως τοῦ Ἄρχοντος Πρωτοψάλτου Κων. Πρίγγου, καί γ) ἱδρύθησαν καί λειτούργησαν νέα τμήματα στήν Ἀποστολική Διακονία, ὡς τό Γραφεῖο Διαδικτύου, τό Γραφεῖο Εὐρωπαϊκῶν καί Πολιτιστικῶν Προ- γραμμάτων καί ἡ διετής Σχολή διδασκαλίας τῆς νοηματικῆς γλώσσας.

Ἐπί μία εἰκοσαετία καλλιεργήθηκε σέ ὑψηλό ἐπίπεδο ἡ Πολιτιστική Συνεργασία α) μέ τήν Ἀποστολική Βατικανή Βιβλιοθήκη, μέ ἀποκορύφωμα τήν περίφημη πρώτη παγκόσμια πανομοιότυπη ἔκδοση τοῦ Μηνολογίου τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β΄, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσίαση ἔγινε σέ παγκόσμια πρώτη στό Βυζαντινό Μουσεῖο Ἀθηνῶν τό 2005, β) μέ τό Ποντιφικό Συμβού-λιο γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν μέσα ἀπό ἀνταλλαγή ὑποτροφιῶν καί τό πρόγραμμα διδασκαλίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας κάθε καλοκαίρι στήν Ἀθήνα γιά 30 στελέχη (φοιτητές, κληρικούς καί καθηγητές) τῆς ΡΚαθολικῆς  Ἐκκλησίας, γ) μέ τό Ἀνατολικό Ποντιφικό Ἰνστιτοῦτο τῆς Ρώμης μέσα ἀπό τήν ἵδρυση καί λειτουργία τμήματος διδασκαλίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας σέ ἑβδομαδιαία βάση ἀνά ἀκαδημαϊκό ἔτος, τό ὁποῖο παρακολουθοῦν περί τούς 200 φοιτητές, ἑτερόδοξοι καί ὀρθόδοξοι ἀπό ὅλο τόν κόσμο.

Μέ ἀπόφαση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου ἔχει ἀναλάβει καθήκοντα Ἀντιπροέδρου τοῦ Κέντρου Στήριξης Οἰκογένειας τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

 Ἔχει δημοσιεύσει διάφορες ἐπιστημονικές-θεολογικές μελέτες ἐκ τῶν ὁποί­ων οἱ κυριώτερες εἶναι:

-Ἀρχειακοί κατάλογοι τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπιστη- μονικό περιοδικό «Θεολογία», τόμος 72, τεῦχος 2ο, 2001.

-Ἀνέκδοτα ἔγγραφα περί τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπιστημονικό περιοδικό «Θεολογία».

-Ἱστορικές μελέτες στόν ἐπιστημονικό συλλογικό τόμο ὑπό τόν τίτλο «Μνῆ­μες καί μαρτυρίες ἀπό τό 1940 καί τά χρόνια τῆς Κατοχῆς», ἔκδοση ΕΜΥΕΕ, 2000.

-Τά Μ.Μ.Ε. καί ὁ ρόλος τους στήν καταπολέμηση τοῦ ρατσισμοῦ καί τῆς ξε­νο­φοβίας, περιοδικό «Ἐκκλησία», ἔτος ΟΗ΄, τεῦχος 3, 2001.

-Φονταμενταλισμός καί τρόποι ὑπερβάσεώς του, περιοδικό «Ἐκκλησία», τεῦχος 18, 1995.

-Οἰ Ἀρχιγραμματεῖς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, περιοδικό «Ἐκκλησία», τεῦχη 17, 18, 20, 21, 1998.

-Ἡ πίστις καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν ἱερόν Φώτιον, ἀνάτυπο ἐκ τοῦ περιοδικοῦ ‘Εκκλησία», ἔτος ΟΗ΄τεῦχος 2ο, 2001.

Φῶς Χριστοῦ καί Φῶς τοῦ κόσμου, Σχόλιο στή Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, μελέτη στόν χαριστήριο τόμο πρός τιμήν τοῦ ὁμοτί- μου καθηγητοῦ Ἰωάννου Φουντούλη.

-Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, 6 τόμοι, ἔκδοση Ἀπ. Δια-κονίας, προλογίζει ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθο-λομαῖος.

-Ἡ ζύμη τοῦ Εὐαγγελίου, θεολογικά σχόλια στά εὐαγγελικά ἀναγνώ-σματα καί σέ ἑορτές, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, 2005.

-Ἱερά Λείψανα Ἁγίων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς στή Βενετία (συλλογικός τόμος Ἑνρίκο Μορίνι, Χρύσα Μαλτέζου, Ἐπίσκοπος Φαναρίου Ἀγαθάγγε- λος), ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, 2005.

Ἀγωνία στό ὄρος τοῦ κόσμου, κείμενα ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας, ἔκδ. Κυριακίδη.

Ἐπιμέλεια συλλογικοῦ ἐπιστημονικοῦ τόμου, ὑπό τόν τίτλο «Ἁπόστολος Παῦλος, Πρώτος μετά τόν Ἕνα», ΕΜΥΕΕ.

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πῖος, Ἐπίσκοπος Ρώμης (στήν ἑλληνική καί ἰταλική γλώσσα), ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, 2018.

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Λουκία ἡ Παρθένος, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας.

Ἡ Παναγία Μητέρα ὅλου τοῦ κόσμου καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τιχβίν, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας.

Ἐπιμέλεια συλλογικοῦ τόμου Εὐρωπαϊκοῦ-Διορθοδόξου Συνεδρίου, ὑπό τόν τίτλο «Ἡ ὀρθόδοξη γυναίκα στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη». ἔκδ. Ἐπέκταση.

Συγγραφή-ἐπιμέλεια ἐπιστημονικοῦ τόμου, ὑπό τόν τίτλο «Ἡ μαρτυρία τῆς ἀγάπης, τό φιλανθρωπικό καί κοινωνικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλά- δος», ΕΜΥΕΕ.

∗ Η Αριστέα  Κοντόζογλου είναι Δημοσιογράφος-Ραδιοφωνική  Παραγωγός, Μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, Μέλος της Ε.Σ.Ε.Τ

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *