ΑΠΟΨΕΙΣ
H ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ: ΑΠΟ ΤΟ NORD STREAM ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΡΩΣΙΑ

Γράφει ο Μιχαήλ Μαντάλας, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

Αντιλήψεις απειλής, υβριδικός ανταγωνισμός και ο δρόμος προς μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική στρατηγικής σταθερότητας

Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια της ασφάλειας αποκτά ξανά την κεντρική θέση που είχε χάσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε τομή, όμως η σημερινή αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στο πεδίο των συμβατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι καταγγελίες για κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, παρεμβάσεις σε κρίσιμες υποδομές, επιχειρήσεις επιρροής και άλλες μορφές υβριδικής δράσης δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η διάκριση ανάμεσα στην ειρήνη και τη σύγκρουση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής. Η χώρα που για δεκαετίες επένδυσε πολιτικά στην υπόθεση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός σταθερότητας απέναντι στη Ρωσία αντιμετωπίζει σήμερα μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Η υπόθεση του Nord Stream, η ενεργειακή εξάρτηση που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της γερμανικής Ostpolitik και οι πρόσφατες γερμανικές καταγγελίες για ρωσική εμπλοκή σε επιχείρηση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Λειψίας συνθέτουν ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον.

Το Βερολίνο ανακοίνωσε την 1η Σεπτεμβρίου 2026 ότι θεωρεί τη Ρωσία υπεύθυνη για την απόπειρα επίθεσης στο Leipzig/Halle Airport, επικαλούμενο στοιχεία των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας και της αστυνομικής έρευνας, ενώ η Μόσχα απέρριψε τις κατηγορίες ως αβάσιμες και επικίνδυνες. Η αντιπαράθεση αυτή είναι χαρακτηριστική ενός περιβάλλοντος στο οποίο η απόδοση ευθύνης για μια ενέργεια μπορεί από μόνη της να αποτελέσει παράγοντα περαιτέρω κλιμάκωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος ευθύνεται για κάθε συγκεκριμένο περιστατικό. Είναι κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να οικοδομήσει έναν μηχανισμό αποτροπής ο οποίος θα είναι αρκετά αξιόπιστος ώστε να αποτρέπει επιθετικές ενέργειες, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ελεγχόμενος ώστε να μην οδηγεί σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Η απουσία όμως ενός τέτοιου ελεγχόμενου μηχανισμού αποτροπής στην παρούσα φάση καθιστά την απόδοση ευθύνης ,χωρίς την προσκόμιση αποδείξεων, από την Γερμανική κυβέρνηση προς την Ρωσία για το περιστατικό με το μη επανδρωμένο αεροσκάφος στην Λειψία μία ανεύθυνη ενέργεια η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μία ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και ενδεχόμενη σύγκρουση με την Ρωσία με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για την ασφάλεια στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Το Nord Stream ως σύμβολο μιας ευρύτερης κρίσης

Το Nord Stream έχει αποκτήσει συμβολική σημασία πολύ μεγαλύτερη από τη λειτουργία των ίδιων των αγωγών. Για τη Γερμανία αποτέλεσε επί σειρά ετών μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία η οικονομική διασύνδεση θα μπορούσε να δημιουργήσει κοινά συμφέροντα και, τελικά, να περιορίσει τα κίνητρα για σύγκρουση.

Η αντίληψη αυτή δεν ήταν αποκλειστικά γερμανική. Αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής μεταψυχροπολεμικής προσέγγισης, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία θα μπορούσε σταδιακά να ενσωματωθεί σε ένα σύστημα οικονομικής αλληλεξάρτησης, παρά τις πολιτικές και στρατηγικές διαφορές. Η εισβολή στην Ουκρανία το 2022 κατέστησε σαφές ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν αρκεί για να εξουδετερώσει τις αντιλήψεις απειλής.

Η υπόθεση του Nord Stream απέκτησε νέα διάσταση το 2026, καθώς οι γερμανικές αρχές προχώρησαν σε δικαστικές ενέργειες εναντίον Ουκρανών υπηκόων που κατηγορούνται για συμμετοχή στην επιχείρηση τοποθέτησης εκρηκτικών στους αγωγούς. Τον Αύγουστο συνελήφθη στην Κροατία δεύτερος ύποπτος, τον οποίο οι γερμανικές αρχές συνδέουν με την ομάδα που φέρεται να πραγματοποίησε την επιχείρηση. Οι κατηγορίες αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας και δεν συνιστούν τελεσίδικη απόδειξη κρατικής ευθύνης της Ουκρανίας, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διάκριση ανάμεσα στις δικαστικές κατηγορίες και στην οριστική απόδοση πολιτικής ευθύνης.

Ακριβώς αυτή η διάκριση είναι σημαντική για την ευρωπαϊκή στρατηγική. Όταν κρίσιμες υποδομές μετατρέπονται σε στόχους και όταν η ταυτότητα του δράστη παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα αντικείμενο αντιπαράθεσης, δημιουργείται ένα περιβάλλον αβεβαιότητας μέσα στο οποίο η αντίδραση μπορεί να προηγηθεί της πλήρους τεκμηρίωσης.

Το Nord Stream, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα ενεργειακό ή δικαστικό ζήτημα. Αποτελεί σύμβολο της κατάρρευσης μιας ολόκληρης στρατηγικής υπόθεσης: ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί από μόνη της να λειτουργήσει ως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας.

Το δίλημμα ασφαλείας και η λογική της αμοιβαίας απειλής

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα μέσα από την κλασική θεωρία του διλήμματος ασφαλείας. Ο John Herz είχε ήδη από το 1950 επισημάνει ότι η ανασφάλεια αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος, επειδή τα κράτη δεν μπορούν ποτέ να γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τις προθέσεις των άλλων. Ο Robert Jervis ανέπτυξε περαιτέρω αυτή την προσέγγιση, δείχνοντας ότι μέτρα τα οποία ένα κράτος θεωρεί αμυντικά μπορεί να ερμηνευθούν από ένα άλλο ως προετοιμασία για επιθετική ενέργεια.

Το δίλημμα ασφαλείας δεν σημαίνει ότι ο επιτιθέμενος και ο αμυνόμενος έχουν την ίδια ευθύνη. Αυτό αποτελεί κρίσιμη διάκριση. Η θεωρία εξηγεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου η ανασφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία στρατιωτική ενίσχυση, ακόμη και όταν η μία πλευρά υποστηρίζει ότι ενεργεί αμυντικά.

Στην περίπτωση της Ρωσίας και της Ευρώπης, ακριβώς αυτή η δυναμική έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας, η ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία και η προοπτική βαθύτερης ένταξής της στους δυτικούς θεσμούς αντιμετωπίζονται από τις ευρωπαϊκές χώρες ως απαντήσεις σε μια ρωσική απειλή. Από τη ρωσική πλευρά, όμως, η ίδια διαδικασία παρουσιάζεται ως σταδιακή μετατόπιση μιας Δυτικής στρατηγικής απειλής προς τα σύνορά της.

Η κατανόηση αυτής της αντίληψης δεν σημαίνει αποδοχή της ρωσικής επιχειρηματολογίας ούτε νομιμοποίηση της εισβολής στην Ουκρανία. Σημαίνει ότι μια σοβαρή στρατηγική ανάλυση οφείλει να εξετάζει όχι μόνο τις προθέσεις που αποδίδουμε στον αντίπαλο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται το περιβάλλον ασφάλειάς του.

Χωρίς αυτή τη διάσταση, η ευρωπαϊκή στρατηγική κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια λογική όπου κάθε δική της ενέργεια θεωρείται αναγκαστικά αμυντική, ενώ κάθε αντίδραση της άλλης πλευράς ερμηνεύεται αποκλειστικά ως επιθετική. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να είναι πολιτικά κατανοητή, αλλά είναι ανεπαρκής ως εργαλείο διαχείρισης στρατηγικής κρίσης.

Η γερμανική αντίληψη της ρωσικής απειλής

Η γερμανική αντίληψη για τη Ρωσία έχει μεταβληθεί δραματικά μέσα σε λίγα χρόνια. Η εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε το αποφασιστικό σημείο καμπής, καθώς κατέδειξε ότι η Μόσχα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει μεγάλης κλίμακας στρατιωτική ισχύ για την επίτευξη στρατηγικών στόχων.

Σήμερα, η γερμανική αντίληψη απειλής έχει διευρυνθεί πέρα από το συμβατικό στρατιωτικό επίπεδο. Η προστασία ενεργειακών δικτύων, τηλεπικοινωνιών, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρομικών δικτύων και άλλων κρίσιμων υποδομών έχει μετατραπεί σε ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η γερμανική κυβέρνηση έχει εντάξει την υπόθεση της Λειψίας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ρωσικής υβριδικής δραστηριότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει αντίστοιχα νέα μέτρα και κυρώσεις, ενώ η Kaja Kallas χαρακτήρισε την επίθεση ως περιστατικό με χαρακτηριστικά κρατικά υποστηριζόμενης τρομοκρατίας.

Η μεταβολή αυτή έχει βαθύτερη σημασία. Η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει πλέον τη Ρωσία μόνο ως στρατιωτικό αντίπαλο στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά ως παράγοντα που μπορεί να επιχειρήσει να επηρεάσει την ευρωπαϊκή κοινωνική, πολιτική και οικονομική σταθερότητα μέσω ενεργειών κάτω από το όριο της συμβατικής πολεμικής σύγκρουσης.

Αυτό ακριβώς είναι το χαρακτηριστικό της υβριδικής αντιπαράθεσης: η επιθετική ενέργεια μπορεί να είναι αρκετά περιορισμένη ώστε να μην ενεργοποιεί άμεσα τις διαδικασίες συλλογικής στρατιωτικής αντίδρασης, αλλά αρκετά σοβαρή ώστε να δοκιμάζει την πολιτική συνοχή και την αξιοπιστία του αντιπάλου.

Η ρωσική αντίληψη απειλής

Από την άλλη πλευρά, η ρωσική αντίληψη ασφαλείας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γεωγραφία, την ιστορική εμπειρία και την αντίληψη της Μόσχας για τη στρατηγική της περίμετρο.

Η Ρωσία αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια την επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προς την Ανατολή ως μεταβολή της ισορροπίας ισχύος. Η Ουκρανία έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την αντίληψη, όχι μόνο λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω της ιστορικής και στρατηγικής της σημασίας για τη ρωσική πολιτική σκέψη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία δικαιούται να επιβάλλει με στρατιωτική βία τις επιθυμίες της στους γείτονές της. Σημαίνει ότι η Ευρώπη, εάν επιδιώκει να διαχειριστεί μια μακροχρόνια αντιπαράθεση, πρέπει να γνωρίζει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται την απειλή.

Η στρατηγική σταθερότητα δεν οικοδομείται με την υπόθεση ότι ο αντίπαλος σκέφτεται όπως εμείς. Ούτε όμως με την αποδοχή της δικής του ερμηνείας ως αντικειμενικής αλήθειας. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι διαφορετικές αντιλήψεις απειλής δεν θα οδηγούν αυτόματα σε αλυσιδωτή κλιμάκωση.

 Από τον συμβατικό στον υβριδικό ανταγωνισμό

Η μεγαλύτερη πρόκληση της σημερινής περιόδου βρίσκεται στη μεταβολή της ίδιας της έννοιας της επίθεσης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πλέον ενέργειες που δεν εντάσσονται εύκολα σε μια παραδοσιακή κατηγορία πολέμου.

Η δολιοφθορά μιας ενεργειακής εγκατάστασης, μια κυβερνοεπίθεση σε κρίσιμη υποδομή, η προσπάθεια πρόκλησης διακοπών σε δίκτυα ηλεκτρισμού, μια επιχείρηση επιρροής ή μια επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές επιπτώσεις χωρίς να οδηγούν αναγκαστικά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα νέο πρόβλημα αποτροπής. Στον συμβατικό πόλεμο, η απόδοση ευθύνης είναι σχετικά ευκολότερη και τα όρια μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών σαφέστερα. Στον υβριδικό ανταγωνισμό, η αβεβαιότητα μπορεί να αποτελέσει μέρος της ίδιας της στρατηγικής.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Η μία πλευρά αυξάνει την επιτήρηση και την άμυνά της επειδή φοβάται υβριδικές επιθέσεις. Η άλλη μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την ενίσχυση ως προετοιμασία για επιθετικές ενέργειες. Η πρώτη απαντά με ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική και τεχνολογική ενίσχυση. Η δεύτερη αντιδρά περαιτέρω. Το δίλημμα ασφαλείας αποκτά έτσι μια νέα, υβριδική διάσταση.

Η ενέργεια ως πεδίο στρατηγικής ασφάλειας

Η ιστορία του Nord Stream δείχνει επίσης ότι η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα αποκλειστικά οικονομικό.

Η Ευρώπη διαπίστωσε με οδυνηρό τρόπο ότι μια ενεργειακή σχέση που θεωρήθηκε για χρόνια εργαλείο αλληλεξάρτησης μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα στρατηγικής ευπάθειας. Η εξάρτηση από μία βασική εξωτερική πηγή ενέργειας μπορεί να περιορίσει τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους, ακόμη και όταν η συγκεκριμένη σχέση δημιουργεί σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Η ευρωπαϊκή ενεργειακή διαφοροποίηση είναι επομένως μέρος της στρατηγικής αυτονομίας. Η προστασία των υποθαλάσσιων αγωγών, των καλωδίων ηλεκτρικής διασύνδεσης, των λιμανιών και των δικτύων μεταφοράς ενέργειας αποκτά χαρακτήρα κρίσιμης υποδομής.

Το ζήτημα αφορά άμεσα και την Ανατολική Μεσόγειο. Η περιοχή δεν είναι πλέον απλώς ένας χώρος ανταγωνισμού για υδρογονάνθρακες, αλλά ένας γεωπολιτικός κόμβος όπου συναντώνται η ενεργειακή ασφάλεια, οι θαλάσσιες ζώνες, οι υποδομές, οι στρατηγικές συνεργασίες και οι ευρωπαϊκές γραμμές ανεφοδιασμού.

Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική αποκλιμάκωσης

Η αποκλιμάκωση δεν μπορεί να σημαίνει μονομερή υποχώρηση της Ευρώπης ούτε αναγνώριση δικαιώματος σε οποιοδήποτε κράτος να αλλάζει σύνορα με τη βία. Μια τέτοια προσέγγιση θα υπονόμευε την ίδια την ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας.

Αποκλιμάκωση σημαίνει δημιουργία μηχανισμών που περιορίζουν τον κίνδυνο ενός ατυχήματος, μιας λανθασμένης εκτίμησης ή μιας αλυσιδωτής αντίδρασης.

Πρώτον, απαιτούνται σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας για περιπτώσεις κρίσεων. Η διακοπή της πολιτικής εμπιστοσύνης δεν πρέπει να σημαίνει διακοπή κάθε επικοινωνίας. Το NATO–Russia Council, για παράδειγμα, είχε δημιουργηθεί ακριβώς ως μηχανισμός διαβούλευσης και διαχείρισης ζητημάτων ασφαλείας, αν και δεν έχει συνεδριάσει από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Δεύτερον, χρειάζονται σαφέστεροι κανόνες για περιστατικά στον αέρα, στη θάλασσα και στον κυβερνοχώρο. Όσο περισσότερο αυξάνονται τα μη επανδρωμένα συστήματα, οι επιχειρήσεις επιτήρησης και οι δραστηριότητες κάτω από το όριο του πολέμου, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος ενός επεισοδίου που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε στρατηγική κρίση.

Τρίτον, η προστασία κρίσιμων υποδομών πρέπει να αποτελέσει ευρωπαϊκή στρατηγική προτεραιότητα. Οι αγωγοί, τα καλώδια, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα ενεργειακά δίκτυα δεν είναι πλέον απλώς οικονομικές υποδομές. Αποτελούν στοιχεία της ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας και ανθεκτικότητας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων και αντιμετώπισης υβριδικών απειλών.

Τέταρτον, η Ευρώπη χρειάζεται να επαναφέρει σταδιακά τη συζήτηση για τη στρατηγική σταθερότητα και τον έλεγχο εξοπλισμών. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης καχυποψίας, η απουσία κανόνων μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Η διαφάνεια, η επικοινωνία και οι μηχανισμοί πρόληψης ατυχημάτων δεν αποτελούν ένδειξη αδυναμίας αλλά αποτελούν εργαλεία διαχείρισης ισχύος.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψει η Ευρώπη στην παλιά αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί για να εξασφαλίσει την ειρήνη. Η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική πρέπει να βασίζεται σε μια πιο ρεαλιστική σύνθεση: ισχυρή αποτροπή, στρατηγική ανθεκτικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, προστασία κρίσιμων υποδομών και ταυτόχρονα διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με τον αντίπαλο.

Η στρατηγική σταθερότητα δεν προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Προϋποθέτει μηχανισμούς που λειτουργούν ακόμη και όταν η εμπιστοσύνη απουσιάζει.

Συμπεράσματα

Η σημερινή ευρωπαϊκή κρίση ασφαλείας δεν ξεκίνησε με τον Nord Stream και δεν θα τελειώσει με την επίλυση της υπόθεσης των αγωγών. Ο Nord Stream, όμως, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της μετάβασης από την εποχή της οικονομικής αλληλεξάρτησης στην εποχή της στρατηγικής αντιπαράθεσης.

Η Γερμανία αντιλαμβάνεται πλέον τη Ρωσία μέσα από ένα πολύ ευρύτερο πρίσμα απειλής, το οποίο περιλαμβάνει τη συμβατική στρατιωτική ισχύ, την ενεργειακή ασφάλεια, τις κρίσιμες υποδομές και τις υβριδικές επιχειρήσεις. Η Ρωσία, από την πλευρά της, εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή και νατοϊκή επέκταση ως απειλητική μεταβολή του στρατηγικού της περιβάλλοντος. Οι δύο αντιλήψεις απειλής αλληλεπιδρούν δημιουργώντας ένα νέο ευρωπαϊκό δίλημμα ασφαλείας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αποτελούν περιφερειακή υποσημείωση. Αποτελούν μέρος της ευρύτερης δοκιμασίας της ευρωπαϊκής αξιοπιστίας. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά από τα κράτη-μέλη της να αντιμετωπίζουν μόνα τους τις απειλές ασφαλείας και ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι οικοδομεί μια κοινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας.

Η συνέπεια είναι το πραγματικό μέτρο της στρατηγικής αξιοπιστίας.

Η Ευρώπη δεν θα πείσει τη Ρωσία για την αξιοπιστία της μόνο με περισσότερα όπλα. Θα την πείσει όταν οι στρατηγικές της αρχές εμφανίζουν την ίδια συνέπεια στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Ευρώπη.

Η πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην αποτροπή και την αποκλιμάκωση. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει και τα δύο ταυτόχρονα. Να αποτρέπει χωρίς να προκαλεί ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, να διατηρεί ανοικτούς διαύλους χωρίς να εμφανίζεται αδύναμη και να υπερασπίζεται την κυριαρχία των κρατών της χωρίς να εγκαταλείπει τη διπλωματία.

Αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό μάθημα του νέου ευρωπαϊκού διλήμματος ασφαλείας: η ειρήνη δεν διασφαλίζεται ούτε μόνο με την ισχύ ούτε μόνο με τον διάλογο. Διασφαλίζεται όταν η ισχύς καθιστά την επιθετικότητα ασύμφορη και η διπλωματία καθιστά την κλιμάκωση διαχειρίσιμη.

Βιβλιογραφία και διαδικτυακές πηγές

Herz, John H. (1950), “Idealist Internationalism and the Security Dilemma”, World Politics, Vol. 2, No. 2, pp. 157–180.

Jervis, Robert (1978), “Cooperation Under the Security Dilemma”, World Politics, Vol. 30, No. 2, pp. 167–214.

Reuters (2026), “German prosecutors say second Nord Stream suspect arrested in Croatia”, 19 August 2026.

Reuters (2026), “Ukrainian Nord Stream blast suspect detained in Croatia”, 21 August 2026.

Reuters (2026), “Zelenskiy says Ukraine not behind Nord Stream blasts, cooperating with probe”, 24 August 2026.

Reuters (2026), “Germany says Russia responsible for drone attack at Leipzig airport”, 1 September 2026.

Reuters (2026), “EU to hit back at Russia after drone attack as Germany probes new incidents”, 2 September 2026.

Reuters (2026), “Russia’s Lavrov calls accusations of Moscow’s involvement in Leipzig drone incident ‘start of real war’”, 6 September 2026.

European Council (2026), European Council conclusions on Ukraine and on European defence and security, 18 June 2026.

NATO, NATO-Russia Council.

NATO, Relations with Ukraine.

National and European statements concerning Greek security, European defence and the security environment in the Eastern Mediterranean.

Το άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις.

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *