Του Χρήστου Στρυφτού∗
Κατά τις αρχές του 1827 η Αθήνα ήταν σε κατάσταση πολιορκίας από τον Ρεσίντ Πασά (Κιουταχή). Για να μπορέσει να λυθεί η πολιορκία έπρεπε με κάποιον τρόπο να σταματήσει η επικοινωνία του Κιουταχή με τις αποθήκες που βρίσκονταν στην κεντρική Ελλάδα. Οι Έλληνες οι οποίοι είχαν ευέλικτη και αποτελεσματική δύναμη στην θάλασσα, θα μπορούσαν πιο εύκολα να οργανωθούν σε μια μάχη με τεχνική σε σχέση με τους άντρες του Κιουταχή.[1]
Ο Κιουταχής μετά την νίκη του στη μάχη του Καματερού την 27η Ιανουαρίου του 1827 κάνει αποτίμηση των απωλειών του. Ταυτόχρονα στέλνει στρατό να πολεμήσει τους Έλληνες που είχαν καταφύγει σε ένα φρούριο στον λόφο της Μουνιχίας (Καστέλλας) και να τους πιάσει αιχμάλωτους. Στέλνει λοιπόν ο Κιουταχής στους Έλληνες που κατείχαν την περιοχή της Καστέλλας μια επιστολή όπου τους προειδοποιούσε πως αν δεν παραδοθούν από μόνοι τους θα τους επιτεθεί και θα τους αιχμαλωτίσει. Η επιστολή αυτή του Κιουταχή έμεινε αναπάντητη μέχρι και την 29η Ιανουαρίου.
Την ίδια όμως μέρα με εντολή του Κιουταχή ενισχύεται το Οθωμανικό στράτευμα με δυνάμεις πεζικού και ιππικού με σκοπό να προσβάλλουν την Καστέλλα. Οι Έλληνες έχοντας ερμηνεύσει την επιστολή του Κιουταχή αρχίζουν γρήγορα να οργανώνουν τις δυνάμεις τους και να ετοιμάζονται για την επίθεση, παρατάσσοντας τα κανόνια από την πλευρά του φρουρίου και μια μεγάλη δύναμη πεζικού. Ενώ από τη μεριά της θάλασσας ένα καράβι αγκυροβολεί στο λιμάνι του Πειραιά και ένα άλλο στο Τουρκολίμανο. Η κατανομή του ανθρωπίνου δυναμικού των Ελλήνων πολεμιστών γίνεται ως εξής: από τα δεξιά οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Μακρυγιάννη και από τα αριστερά με αρχηγό τον Καλλέργη, ενώ μια μικρότερη δύναμη με επικεφαλής τον Ιωάννη Νοταρά.
Την επομένη στις 30 Ιανουαρίου του 1827 η μάχη ξέσπασε από τους κανονιοβολισμούς των έξι κανονιών που είχε τοποθετήσει από τα ξημερώματα ο οθωμανικός στρατός στις κατεχόμενες περιοχές του Λειβαδιού και του Μοναστηρίου. Οι Οθωμανοί παρόλη την δύναμη που τους επέφεραν τα 40 κανόνια στη ξηρά και τη θάλασσα, άρχισαν να δέχονται σφοδρές επιθέσεις από τους Έλληνες.[2] Οι Έλληνες από την Καστέλλα όπου ήταν οχυρωμένοι αλλά και από τα πλοία «Καρτερία» και των Ψαριανών που ήταν σε θέσεις επίθεσης στα λιμάνια, επιτίθονταν συνεχώς προκαλώντας σημαντικές φθορές στο οθωμανικό στράτευμα. Η μάχη συνεχίστηκε έντονα για πέντε ώρες όπου και οι Οθωμανοί αποχώρησαν με αρκετές απώλειες μετρώντας πάνω τριακοόσιους νεκρούς, ενώ οι Έλληνες εξήντα. Στην προσπάθειά τους αυτή να ξεφύγουν οι Οθωμανοί χτυπήθηκαν εκ νέου από τα πυρά του Μακρυγιάννη, του Δημ. Μπενιζέλου και του Σπύρου Δοντά, οι οποίοι τους κυνηγούσαν μέχριν του τέλους. Αποτέλεσμα ήταν να προχωρήσουν οι Τούρκοι σε σκληρή πολιορκία στις θέσεις του Μοναστηρίου, του Παλαιού Θεάτρου και του Ιλισού. Κατευθείαν ο Καλλέργης μαζί με τους άντρες του κατέλαβαν τα σημεία των εκβολών του ποταμού Ιλισού ώστε να δυσκολέψουν αυτή την δράση των Τούρκων και να κόψουν σε αυτούς την παροχή πόσιμου νερού από το ποτάμι.[3]
Τρείς μέρες μετά τα φύλλα των τότε εφημερίδων έγραφαν για την μεγαλειώδη νίκη των Ελλήνων στην Καστέλλα. Δεν παραλήφθηκε φυσικά να τονιστεί στον τύπο ότι ιδιαίτερα συγχαρητήρια κι επαίνους δέχθηκαν και τιμήθηκαν ο γενικός αρχηγός του Πειραιά ο συνταγματάρχης Γόρδων, οι άντρες και στρατεύματα κάτω από την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη καθώς επίσης και στον κυβερνήτη του πλοίου Καρτερία που συνέβαλε στην επτιτυχία κατά το δυνατότερο ως ναυτική δύναμη.[4]
Υποσημειώσεις
[1] George Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Τομ. Β΄, εκδ. Ο ΚΟΣΜΟΣ, Αθήνα, σελ 129.
[2] Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Τομ. Δ΄, εκδ. ΧΡ. ΓΙΟΒΑΝΗ, Αθήνα, 1968, σελ 103-104.
[3] Διονυσίου Κόκκινου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Τομ. Ε’, εκδ ΜΕΛΙΣΣΑ , Αθήνα, Ι968, σελ 593-594.
[4] Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Απομνημονεύματα», Τομ. Α΄, κειμ. Εισαγ. Σημ. Γιάννης Βλαχογιάννης, εκδ. Ε.Γ. ΒΑΓΙΟΝΑΚΗ, Αθήνα Σελ 306-307.
∗ Ο Χρήστος Στρυφτός είναι Ιστορικός
















Leave a comment