ΔΙΕΘΝΗ
ΕΝΤΙ ΤΖΑΚΟΥ 1920 – 2021: ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ

«Δεν μισώ κανέναν. Το μίσος είναι αρρώστια που μπορεί να σκοτώσει τον εχθρό σου, αλλά θα σκοτώσει και εσένα μαζί». Αυτό ήταν το δόγμα ζωής του Εντι Τζάκου του εμβληματικού επιζώντος του Ολοκαυτώματος που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 101 ετών.Φυλακίστηκε σε τέσσερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατάφερε να αποδράσει από ένα τρένο της φρίκης, γλίτωσε από μία πορεία θανάτου και κατάφερε να επιβιώσει κρυπτόμενος μέσα σε ένα δάσος. 

Ο Εντι Τζάκου, εμβληματική μορφή του Ολοκαυτώματος, έφυγε χτές 12/10/2021 από τη ζωή, γαλήνιος, σε ηλικία 101 ετών στην Αυστραλία όπου ζούσε από το 1950. Αφήνει πίσω του την γυναίκα του Φλόρε, τα παιδιά τους Μάικλ και Αντρέ, τέσσερα εγγόνια και πέντε δισέγγονα. 

Κατάφερε, παρότι βιώσει τον απόλυτο τρόμο, να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην καλοσύνη και την ευγένεια. 

«Δεν μισώ κανέναν. Το μίσος είναι μία ασθένεια που μπορεί να καταστρέψει τον εχθρό σου, αλλά καταστρέφει και εσένα», έχει πει. 

Πέρυσι, εορτάζοντας τα 100ά γενέθλιά του, ο Τζάκου εξέδωσε τα απομνημονεύματά του.

Υπό τον τίτλο «Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στη Γη», εξιστορεί την απίστευτη διαδρομή επιβίωσης, εκπέμποντας μηνύματα ανεκτικότητας και συγχώρεσης.

«Έζησα μια ολόκληρη ζωή και ξέρω καλά τι είναι να κοιτάς κατάματα το κακό. Υπήρξα μάρτυς των χειρότερων στιγμών του ανθρωπίνου είδους, του τρόμου των συγκεντρώσεων στρατοπέδου, των προσπαθειών των Ναζί να αφαιρέσουν τη ζωή τη δική μου και άλλων ανθρώπων. Αλλά τώρα θεωρώ τον εαυτό μου τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο πάνω στη Γη».

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Έντι Τζάκου φυλακίστηκε σε τέσσερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έκανε μια γενναία απόδραση από ένα τρένο με προορισμό το Άουσβιτς, γλίτωσε από μια πορεία θανάτου και επιβίωσε μόνος του σε ένα δάσος. Ο Τζάκου αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στην υπεράσπιση της ειρήνης και της καλοσύνης. 

«Δεν μισώ κανέναν. Το μίσος είναι αρρώστια που μπορεί να σκοτώσει τον εχθρό σου, αλλά θα σκοτώσει και εσένα μαζί», αναφέρει ο ίδιος. 

Γεννήθηκε με το όνομα Αβραάμ Γιακούμποβιτς στο Λάιπτσιχ της Γερμανίας το 1920 και ήταν ο μόνος Εβραίος μαθητής στη σχολείο του. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, μέχρι την ημέρα που ο Αδόλφος Χίτλερ πήρε την εξουσία.

 

Η «Νύχτα των Κρυστάλλων»

Η οικογένεια του Τζάκου τον έστειλε σε οικοτροφείο, όπου χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Βάλτερ Σλάιφ, από φόβο ότι θα καταλάβαιναν πως ήταν Εβραίος.  

Σπούδασε Μηχανολογία και αποφοίτησε ως ο κορυφαίος μαθητευόμενος εργαλειοποιός. Όταν όμως έφτασε στο σπίτι του στις 9 Νοεμβρίου του 1938 για να κάνει έκπληξη στους γονείς του για την επέτειο του γάμου τους, κανείς δεν ήταν εκεί. 

Ήταν η λεγόμενη «Νύχτα των Κρυστάλλων» (Kristallnacht) όταν εβραϊκά σπίτια, επιχειρήσεις και συναγωγές δέχθηκαν επίθεση σε όλη τη Γερμανία και την Αυστρία. Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν και δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. 

Η οικογένεια του Τζάκου είχε ήδη αρχίσει να κρύβεται και ο 18χρονος ήταν ολομόναχος με τη σκυλίτσα του σπιτιού, Λούλου. 

Στις 5 τα ξημερώματα, πέντε στρατιώτες των Ναζί έσπασαν την πόρτα. Στα απομνημονεύματα του Τζάκου, αναφέρεται ότι τον χτύπησαν βάναυσα, τον ανάγκασαν να τους κοιτάζει να καταστρέφουν το 200 ετών σπίτι της οικογένειάς του και σκότωσαν τη Λούλου. 

Ένας από αυτούς άρχισε να χαράζει μια σβάστικα στο μπράτσο του Τζάκου με την ξιφολόγχη του, γράφει ο Τζάκου.

«Μπροστά στα μάτια μου, έχασαν την αξιοπρέπειά μου, την ελευθερία μου και την πίστη μου στους ανθρώπους. Έχασα όλα εκείνα για τα οποία ζούσα. Από άνθρωπος έγινα ένα τίποτα», δήλωσε ο Τζάκου κατά τη διάρκεια ομιλίας του το 2019. 

Τον πήγαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ, αλλά τον ελευθέρωσαν πέντε μήνες αργότερα για να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο κατασκευής εργαλείων. 

Ο ίδιος περιγράφει ότι ο πατέρας του τον πήρε από το στρατόπεδο για να τον πάει στη νέα του δουλειά, αλλά αντ’ αυτού μετέβησαν στα σύνορα και πέρασαν λαθραία στο Βέλγιο. 

Συνελήφθησαν από την αστυνομία του Βελγίου και τέθηκαν ξανά υπό κράτηση – αυτή τη φορά όχι επειδή ήταν Εβραίοι, αλλά Γερμανοί πρόσφυγες.

Μετά από 11 μήνες, αφέθηκε ελεύθερος και ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου αργότερα συνελήφθη στη Λυόν και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Γκουρ. 

 

Εννέα ώρες πριν χαθεί η ελπίδα

Επτά μήνες αργότερα, η Γαλλία άρχισε να απελαύνει Εβραίους, και ο Τζάκου βρέθηκε σε ένα τρένο με προορισμό το Άουσβιτς.  

Ο ίδιος περιγράφει ότι προτού να επιβιβαστεί, έκλεψε ένα σφυρί, ένα κατσαβίδι και ένα κλειδί από την αποβάθρα του τρένου. 

«Πήγα στον οδηγό και τον ρώτησα στα γαλλικά σε πόση ώρα θα έμπαινε το τρένο στη Γερμανία», γράφει. 

«Σε εννέα ώρες. Είχα εννέα ώρες για να αποδράσω, μετά δεν θα υπήρχε ελπίδα για ελευθερία».

Χρειάστηκε περίπου όλο αυτό τον χρόνο για να ξεβιδώσει και να σπάσει τις ενωμένες σανίδες στο πάτωμα του βαγονιού, αλλά τελικά κατάφερε να το κάνει. Όταν το τρένο βρισκόταν μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από το Στρασβούργο, ο Τζάκου και οκτώ ακόμη φυλακισμένοι κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν από το κάτω μέρος του βαγονιού.  

Ο Τζάκου περιγράφει πώς «σύρθηκαν μέσα από το κενό σαν τις αράχνες, ενώ κρατιόνταν από το κάτω μέρος του βαγονιού» μέχρι το τρένο να χαμηλώσει αρκετά ταχύτητα και να μπορέσουν να πέσουν με ασφάλεια στις γραμμές, όπου παρέμειναν ξαπλωμένοι ανάσκελα και όσο πιο κολλητά στο έδαφος μπορούσαν.

Το σχέδιό τους απέδωσε– δεν εντοπίστηκαν, και ο Τζάκου κατάφερε να διαφύγει ξανά στο Βέλγιο όπου και έζησε κρυφά με τους γονείς του και την αδελφή του σε μια σοφίτα. 

Για δύο μήνες, οι δύο θείες του Τζάκου ζούσαν μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια στον μικρό αυτό χώρο. Ωστόσο, μια μέρα επέστρεψαν στο παλιό διαμέρισμα της οικογένειας στις Βρυξέλλες, όπου τις περίμενε η Γκεστάπο. 

Οι δύο γυναίκες συνελήφθησαν και κλείστηκαν σε ένα τρένο για το Άουσβιτς, αλλά δεν επιβίωσαν το ταξίδι.  

«Το τρένο τους παρέκκλινε από την πορεία του και κλείστηκε σε ένα τούνελ, όπου γέμισε με καπνούς με αποτέλεσμα να πεθάνουν όλοι οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν μέσα», γράφει ο Τζάκου. 

Δεν κατάφερε ποτέ να βρει το μέρος όπου θάφτηκαν ή που σκορπίστηκαν οι στάχτες τους. «Αυτό μου ραγίζει ακόμα την καρδιά, μετά από όλα αυτά τα χρόνια». 

 

«Η κόλαση επί της Γης»

Τον Οκτώβριο του 1943, ο ίδιος και η οικογένειά του συνελήφθησαν και στάλθηκαν στο Άουσβιτς – «Εκεί έζησα την κόλαση επί της Γης», περιγράφει. 

Η 43χρονη μητέρα του και ο 50χρονος πατέρας του δολοφονήθηκαν σε θάλαμο αεριών. Ο Τζάκου γράφει ότι γλίτωσε χάρη στις ικανότητές του ως μηχανολόγος. 

Στα απομνημονεύματά του, ο Τζάκου περιγράφει ότι τη νύχτα άκουγε ανθρώπους να σκοτώνονται, ή να δίνουν τέλος στις ζωές τους πέφτοντας πάνω στους ηλεκτροφόρους φράχτες. Ο Τζάκου παραδέχτηκε ότι υπήρξαν φορές που σκέφτηκε να κάνει το ίδιο, αλλά ο φίλος του ο Κουρτ δεν τον άφηνε. 

«Το Άουσβιτς ήταν ένας ζωντανός εφιάλτης, ένα μέρος αδιανόητης φρίκης», γράφει, «Αλλά επέζησα γιατί το χρωστούσα στον φίλο μου τον Κουρτ να επιβιώσω… Ένας καλός φίλος μπορεί να γίνει όλος σου ο κόσμος»

Προσπάθησε, ωστόσο, να αποδράσει – και τα κατάφερε μέχρι που ένας Πολωνός αγρότης τον πυροβόλησε στο πόδι. Ο Τζάκου έγραψε ότι συνειδητοποίησε «με τρόμο» πως δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει εάν οι ντόπιοι Πολωνοί δεν τον βοηθούσαν. 

Αποφάσισε ότι η μόνη επιλογή ήταν να επιστρέψει στο στρατόπεδο τη στιγμή που γινόταν η αλλαγή βάρδιας των εργατών. Έτσι, όπως αναφέρει ο ίδιος, απλά επέστρεψε στο Άουσβιτς και οι Ναζί ούτε που κατάλαβαν ότι έλειπε. 

 

Οι πορείες θανάτου

Το 1945, καθώς οι σοβιετικές δυνάμεις πλησίαζαν στο Άουσβιτς, το στρατόπεδο εκκενώθηκε. Δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένοι αναγκάστηκαν να περπατήσουν τεράστιες αποστάσεις μέρα και νύχτα, χωρίς φαγητό ή νερό – αυτές ήταν οι πορείες θανάτου. 

Επιβίωσε από την πρώτη πορεία και στάλθηκε για δουλειά σε ένα εργοστάσιο σε ένα μικρότερο στρατόπεδο. Ο Τζάκου έγινε ο υπεύθυνος για 200 μηχανές και γράφει ότι ήταν αναγκασμένος να φορά μια πινακίδα γύρω από τον λαιμό του που έλεγε ότι αν κάποια από αυτές χαλούσε – θα έπρεπε να κρεμαστεί. Ήταν ένα ακατόρθωτο έργο, και έτσι αναφέρει ότι έφτιαξε 200 σφυρίχτρες για κάθε έναν από τους φυλακισμένους που δούλευαν στις μηχανές, ώστε να τον ειδοποιούν για τυχόν προβλήματα. 

Μια από τους φυλακισμένους ήταν η αδερφή του η Χένι, που είχε επίσης επιζήσει. 

Όταν και αυτό το στρατόπεδο εκκενώθηκε, ο Τζάκου βρέθηκε ξανά σε πορεία θανάτου, αλλά αυτή τη φορά κατάφερε να ξεφύγει και κρύφτηκε σε μια σπηλιά μέσα σε ένα δάσος για περίπου δύο μήνες – τρώγοντας γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια για να επιβιώσει, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του.

Περιγράφει εκείνη τη φορά που αρρώστησε βαριά όταν ήπιε δηλητηριασμένο νερό από ένα ρέμα, αλλά κατάφερε να συρθεί μέχρι έναν κεντρικό δρόμο όπου διασώθηκε από Αμερικανούς στρατιώτες.

 

 

«Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου»

Ήταν Ιούνιος του 1945 και ο πόλεμος είχε τελειώσει. 

Αλλά ο Τζάκου βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση – ήταν υποσιτισμένος και έπασχε από χολέρα και τυφοειδή πυρετό. Μια νοσοκόμα του είπε ότι οι πιθανότητες να πεθάνει ήταν στο 65%, λέει ο ίδιος. 

Αλλά επέζησε, και λίγο καιρό μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, παντρεύτηκε τη σύζυγό του Φλόρε στο Βέλγιο. Μετακόμισαν στην Αυστραλία το 1950, μαζί με τη μητέρα της συζύγου του, Φόρτσουν, και την αδελφή του Χένι.  

Παρά τον εφιάλτη που βίωσε και το τραύμα που του προξένησε, το μήνυμα του Τζάκου ήταν πάντα ξεκάθαρο – δεν μισούσε κανέναν, και ήθελε πάντοτε να διαδώσει μηνύματα ειρήνης και συγχώρεσης για να γίνει μια προσπάθεια επούλωσης των τραυμάτων που προκάλεσε στον κόσμο ο Χίτλερ. 

Υπήρξε για πολύ καιρό εθελοντής στο Εβραϊκό Μουσείο του Σύδνεϋ και μοιραζόταν την ιστορία του με τους επισκέπτες. 

Το 2013, του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Τάγματος της Αυστραλίας για τις υπηρεσίες του προς την εβραϊκή κοινότητα. 

Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν θερμά τον Τζάκου ύστερα από τη φορτισμένη ομιλία του στο TED Talk του Σύδνεϋ το 2019 μπροστά σε περίπου 6.000 ανθρώπους. 

«Κάνω ό,τι μπορώ για να κάνω αυτό τον κόσμο καλύτερο για όλους, και σας ικετεύω να βάζετε κι εσείς τα δυνατά σας», είπε στο κοινό. 

«Η ευτυχία δεν πέφτει από τον ουρανό. Είναι στα χέρια σας. Εάν κάποιος είναι υγιής και ευτυχισμένος, είναι εκατομμυριούχος», τόνισε.

Με πληροφορίες από: BBC

Photo: Φωτ. Facebook/ NSW Jewish Board of Deputies

 

 

 

Πηγή:Kathimerini.gr

Related Post

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *